Home | Mobile | Newsletter | E-paper | RSS | Χρήσιμα | English Edition
Βρείτε μας:
Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

              Ημερ. έκδοσης 22/12/2009
Σύνθετη Αναζήτηση | Αρχείο Εκδόσεων  
Επικαιρότητα
Εντυπη
Απόψεις
Αφιερώματα
Ταξίδια
Αγγελίες
Πρώτη Σελίδα
Πολιτική
Ελλάδα
Κόσμος
Οικονομία
Επιχειρήσεις
Διεθνής οικονομία
Πολιτισμός
Αθλητισμός
Μόνιμες στήλες
ΠOΛITIΣMOΣHμερομηνία δημοσίευσης: 22-12-09
Γεμάτες «αποσκευές» πριν το ταξίδι

Ο Γιάννης Μόραλης έφυγε στα 93 του χρόνια επισφραγίζοντας μια ολόκληρη εποχή

Της Μαργαριτας Πουρναρα

ΑΠΩΛΕΙΑ. «Εχω ζωγραφίσει τόσους αγγέλους στη ζωή μου. Σε λίγο καιρό, θα γίνω και εγώ ένας από αυτούς. Να δείτε που μπορεί να 'ναι και το τελευταίο μου καλοκαίρι στην Αίγινα...». Γλυκά και καταδεχτικά μιλούσε ο Γιάννης Μόραλης για τον θάνατο. Χωρίς προσμονή αλλά με πλήρη συνείδηση ότι μέχρι να αποχωρήσει, θα χαρεί κάθε αναπνοή. Αυτή ήταν και η τελευταία του συμβουλή: «Η ζωή αποκλείεται να είναι συνέχεια ευχάριστη. Φρόντισε να έχεις μια διαδρομή με πολλές, μικρές ευτυχισμένες στιγμές. Να έχεις γεμάτες τις «αποσκευές» σου, πριν το ταξίδι».

Μια τέτοια ευτυχισμένη στιγμή έχει χαραχθεί και στη δική μου μνήμη. Ιούλιος του 2008, τον επισκέφθηκα για μια συνέντευξη στο εργαστήριό του στο νησί του Αργοσαρωνικού. Η θάλασσα άστραφτε με αυτό το ανελέητο μεσημεριανό φως που τα κάνει όλα ασπρόμαυρα, δραματικά. Με τον οδηγό του, Πασχάλη Νασιούδη, τον «κύριο Γενικό» (όπως τον έλεγε χαριτωμένα ο Μόραλης, επειδή τον βοηθούσε να οργανώνει όλα τα σημαντικά και τα ασήμαντα της ζωής του), μας έβγαλε για φαγητό. Απολάμβανε τα χόρτα, το φρέσκο ψάρι, ξεκούραζε το βλέμμα του στο πέλαγος, μας σέρβιρε τις καλύτερες μερίδες, έλεγε ιστορίες και καλαμπούρια, με απαλές νύξεις ότι ο χρόνος του κοντεύει. Οσο και αν επιμέναμε -«Οχι δάσκαλε, και τα επόμενα καλοκαίρια εδώ θα 'μαστε»- μας χαμογελούσε συγκαταβατικά. Ηξερε.

Εφυγε στα 93 του χρόνια, την Κυριακή 20 Δεκεμβρίου. Λες και περίμενε να τελειώσει την προηγούμενη ημέρα η έκθεση που είχαν οργανώσει προς τιμήν του οι μαθητές του στην ΑΣΚΤ. Μαζί του, έπεσε η αυλαία για μια ολόκληρη εποχή. Δεν ήταν μόνο ένας από τους ύστατους εκπροσώπους της γενιάς του '30 αλλά και ένας από τους τελευταίους άρχοντες της Αθήνας. Το κομψό ντύσιμο, η λεπτότητα, η αξιοπρέπεια, η αγάπη για το ωραίο, μας κάνουν να αναλογιστούμε πως εξαφανίστηκε σε μερικές δεκαετίες η Ελλάδα του πνεύματος, της ευγένειας και της χαμηλόφωνης ουσίας. Ζούμε πια σε άλλη χώρα. Στη χλωμή αντανάκλαση εκείνης της πατρίδας, που λάτρεψαν ο Τσαρούχης, ο Νικολάου, ο Καπράλος, ο Χατζιδάκις, ο Γιάννης Παππάς. Ολοι του οι συνοδοιπόροι, που «έφυγαν» πριν από αυτόν, αφήνοντας στις πλάτες του το βαρύ φορτίο της «ελληνικότητας».

Ο ίδιος θεωρούσε ότι μοιραία οδηγήθηκε στις επιλογές του: «Κάθε καλλιτέχνης ζωγραφίζει σύμφωνα με την εποχή του. Δεν τους καταλαβαίνω αυτούς που μιλάνε για ελληνικότητα στα έργα μου. Λες και ζωγράφιζα κατόπιν αποφάσεως... Αφού είμαι Ελληνας, γεννήθηκα και μεγάλωσα εδώ, μου αρέσει η ελληνική φύση, αυτομάτως ζωγραφίζω έτσι. Ολα αυτά συναιρούνται μέσα μου», λέει στη Φανή Μαρία Τσιγκάκου, στην οποία διηγήθηκε τη ζωή του με αφορμή την έκθεση και την έκδοση του Μουσείου Μπενάκη «Αγγελοι, Μουσική, Ποίηση», το 2001. Ακόμα και στους πίνακες του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου όμως αναγνώριζε ότι το πράσινο χρώμα «ήταν εκείνο το πικρό πράσινο του φύλλου της ελιάς, που πήρε μαζί του από την Κρήτη».

Τα τελευταία χρόνια, έβλεπε την υγεία του να φθείρεται, αλλά δεν το έβαζε κάτω. Εξακολουθούσε να πηγαίνει σε εκθέσεις μαθητών του. Ηταν ο μόνος δάσκαλος μαζί με τον Παναγιώτη Τέτση, που στήριζε πάντοτε τους φοιτητές του και είχε ανοιχτή την πόρτα σε νέους καλλιτέχνες. Παρά τη δυσκολία στο περπάτημα, συνέχισε πεισματικά να κάνει την καθημερινή του βόλτα στο Κολωνάκι, να τρώει στου Φιλίππου, να πίνει τον καφέ του στην γκαλερί Ζουμπουλάκη (το δεύτερο σπίτι του), να χαίρεται τη συντροφιά φίλων όπως ο Διονύσης Φωτόπουλος. Ευδιάθετος, καλοντυμένος, φορούσε πάντα το αγαπημένο του δαχτυλίδι και κρατούσε μια χάντρα για γούρι, έτοιμος για πειράγματα και ανέκδοτα.

Με ακαταπόνητο ενθουσιασμό, φιλομάθεια ανθρώπου με νεανικό ταμπεραμέντο, ξεκοκάλιζε κάθε ημέρα την αγαπημένη του «Καθημερινή» («Η εφημερίδα είναι συνήθεια παιδί μου, δεν κόβεται με τίποτα»). Διάβαζε πολλά βιβλία, λογοτεχνίας και ποίησης. Τα τελευταία καλοκαίρια στην Αίγινα, η ανάγνωση ήταν η μεγαλύτερη παρηγοριά. Ο γιατρός, εκτός από ορισμένες μικρές απολαύσεις όπως το απογευματινό ουισκάκι, του είχε απαγορεύσει να ζωγραφίζει, γεγονός που τον πίκραινε πολύ. Προσπαθώντας να ξεπεράσει τη στενοχώρια του για την αποχή από τον καμβά, κάθε φορά που πήγαινε για εξετάσεις στον παθολόγο του, μας έλεγε γελώντας «Πάω στον Αλμούνια μου. Ποιος ξέρει τι περιορισμούς θα μου βάλει τώρα...». Το τελευταίο έργο του παρουσιάστηκε στο Μουσείο Γουλανδρή στην Ανδρο το 2008: Μια γεωμετρική σύνθεση σε ροζ- μαύρο και τίτλο «Περίσκεψη».

Τους τελευταίους μήνες, εξασθένησε απότομα. Εφυγε ήρεμος, γαλήνιος, χορτασμένος από τη ζωή. Ως ύστατο αντίο, ο αγαπημένος του στίχος του Σεφέρη: «Εδώ τελειώνουν τα έργα της θάλασσας, τα έργα της αγάπης».



ΣXETIKA ΘEMATA
Πολυκύμαντη διαδρομή από τον Μεσοπόλεμο στον 21ο αιώνα_(...ΠOΛITIΣMOΣ...)
Δημοσίευση : 22-12-09


[ Πρώτη Σελίδα ] [ Πολιτική ] [ Oικονομία & Aγορές ] [ Mόνιμες Στήλες ]
[ Eλλάδα ] [ Kόσμος ] [ Πολιτισμός ] [ Aθλητισμός ]
Oικονομικές ειδήσεις | Γενικές ειδήσεις
Γραφήματα
Χρήσιμα
Καιρός
Aφιερώματα

APXEIO - Eντυπη έκδοση

Γεμάτες «αποσκευές» πριν το ταξίδι
Πολυκύμαντη διαδρομή από τον Μεσοπόλεμο στον 21ο αιώνα
Εφυγε ξαφνικά στα 32 της η Μπρίτανι Μέρφι
Προ-βολες
Στο σύμπαν του Γιάννη Τσαρούχη
«Φουλάρει» τις μηχανές το Αρχαιολογικό Συμβούλιο
ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
BIBΛIO
Επιδερμική, αλλά χαριτωμένη
Σπόροι λουλουδιού από το παλαιοπωλείο
Όροι χρήσης | Προστασία προσωπικών δεδομένων | Company profile | Eπικοινωνία | Site map | Προσφορές
© 2012 H KAΘHMEPINH All rights reserved.