|
«Αδιάλειπτος διάλογος με το παρελθόν»
Η επιφανής ιστορικός της πολιτικής σκέψης Τζάνετ Κόλμαν μιλάει για την παράδοση, τον Αριστοτέλη και τον Μακιαβέλι
Συνέντευξη στον Βασιλη Μουρδουκουτα
Στο πλαίσιο της ετήσιας διάλεξης Κ.Θ. Δημαρά, το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών του ΕΙΕ προσκάλεσε τη διακεκριμένη Βρετανίδα καθηγήτρια πολιτικής θεωρίας στο London School of Economics, Τζάνετ Κόλμαν. Με αφορμή τη διάλεξη, ο συνεργάτης της «Κ» είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει με την καθηγήτρια Coleman και τον οικοδεσπότη της, καθηγητή Πασχάλη Κιτρομηλίδη, διευθυντή του ΙΝΕ/ΕΙΕ, για την επικαιρότητα της αρχαίας, μεσαιωνικής και αναγεννησιακής πολιτικής σκέψης. — Πόσο εύκολο είναι για εμάς σήμερα να κατανοήσουμε τα κείμενα φιλοσόφων της αρχαιότητας, του μεσαίωνα ή της Αναγέννησης; Μπορούμε να καταλάβουμε αυτές τις «φωνές» που μας έρχονται από το παρελθόν ή μήπως έχουν αξία μόνο για την εποχή και την παράδοση στην οποία ανήκουν; Κόλμαν: Παρότι δεν μπορούμε να τις συλλάβουμε με τον τρόπο που γίνονταν κατανοητές την εποχή τους, όλη αυτή η γνώση που μας παρέδωσαν δεν είναι ούτε μένει «κατεψυγμένη». Οι παραδόσεις και οι θεωρίες του παρελθόντος δεν είναι καταδικασμένες να παραμείνουν αποκλεισμένες και κλειδωμένες στο δικό τους συγκεκριμένο πλαίσιο. Η Ιστορία μάς διδάσκει το αντίθετο. Το εκπαιδευτικό σύστημα της Ευρώπης, στο σύνολό του, βασίστηκε σε έναν διάλογο με αυτές τις πηγές. Ακόμη και τον δέκατο τρίτο ή το δέκατο τέταρτο αιώνα, μήπως καταλάβαιναν επακριβώς τον Αριστοτέλη; Μάλλον όχι. Διάβαζαν, εν τούτοις, τα βιβλία που είχε γράψει. Είτε συμφωνούσαν, υιοθετώντας τα λεγόμενά του ως πρότυπο, είτε διαφωνούσαν, λέγοντας ότι έκανε λάθος, γι’ αυτόν ή εκείνον τον λόγο. Το ίδιο ισχύει και με τους νεότερους στοχαστές. Ο Μαρξ δεν συνομιλεί –κατ’ ουσίαν– με τον Αριστοτέλη; Αυτή είναι –αναμφίλεκτα– η ιστορία της συνέχειας της ευρωπαϊκής παιδείας και ιστορίας: ένας αδιάλειπτος διάλογος με τα κείμενα του παρελθόντος. Ενα ακατάπαυστο debate με ιδέες που έρχονται από το παρελθόν. Κιτρομηλίδης: Ακόμη και σήμερα επιχειρηματολογούμε και προσπαθούμε να απαντήσουμε στις ερωτήσεις που τέθηκαν στην αρχαιότητα και στο παρελθόν. Το σύνολο αυτών των ερωτημάτων, ζητημάτων, ιδεών συνιστούν –σε κάθε περίπτωση– τη ραχοκοκαλιά της ευρωπαϊκής σκέψης και παιδείας. Τι σημαίνει καλή ζωή — Στην ομιλία σας στη διάλεξη Δημαρά αναφερθήκατε – μεταξύ άλλων – στο ζήτημα της ευδαιμονίας. Τι μπορεί να σημαίνει ευδαιμονία σήμερα; Κόλμαν: Για εμάς τους νεωτερικούς η ευδαιμονία δεν είναι ένα ζήτημα πολιτικής φύσεως, αλλά κάτι το απολύτως ιδιωτικό. Το ευ ζην στις ημέρες μας συναρτάται πρωτίστως με την ορθή αξιοποίηση εγχειριδίων «ευτυχίας και επιτυχίας». Σχετίζεται αποκλειστικά με το πώς μπορεί ο καθένας μόνος του να βγάλει περισσότερα λεφτά και να αποκτήσει τη μεγαλύτερη δυνατή ευτυχία ξοδεύοντάς τα. Η ευθύνη της αποτυχίας ή της επιτυχίας μας σε αυτό το κυνήγι είναι ολότελα προσωπική. Από την άλλη μεριά, οι φιλελεύθερες κοινωνίες επιτρέπουν –κάτι που είναι αξιοθαύμαστο σε κάθε περίπτωση– ένα είδος πολυπολιτισμικότητας. Υπάρχει μια πλειάδα διαφορετικών αντιλήψεων σχετικά με το τι σημαίνει καλή ζωή. Αντιλήψεις και απόψεις που οφείλουν να γίνουν σεβαστές. Η δικαιοσύνη, επομένως, πρέπει να παραμένει ουδέτερη. Εκτιμώ, ωστόσο, ότι με αυτό τον τρόπο οδηγούμαστε απαρέγκλιτα σε μια σκεπτικιστική και απαισιόδοξη πολιτική στάση σχετικά με το ζήτημα του κοινού μας βίου. Οσοι ασπάζονται αυτή την άποψη προβάλλουν το επιχείρημα ότι ο μόνος τρόπος για να τα βρούμε μεταξύ μας είναι η αποδοχή ενός μάλλον άθυμου modus vivendi: «Από τη στιγμή που δεν με ενοχλείς και δεν με βλάπτεις, δηλαδή από τη στιγμή που η δική σου ομάδα δεν ενοχλεί και δεν βλάπτει τη δική μου ομάδα, όλα βαίνουν καλώς». — Μήπως, όμως, η αποδοχή αυτής της συμβιβαστικής εναλλακτικής επιλογής είναι η μόνη δυνατή και επωφελής για τις σύγχρονες πολυπολιτισμικές κοινωνίες; Κόλμαν: Δεν θα συμφωνήσω. Εκτιμώ ότι η «χλιαρή» αποδοχή ενός modus vivendi της αδιαφορίας δεν λειτουργεί. Και δεν λειτουργεί επειδή, εν τέλει, επιτείνει τη δυσπιστία μεταξύ των διαφορετικών πολιτιστικών ή άλλων ομάδων. Παρότι κάποιος θα ήλπιζε να οδηγήσει στο αντίθετο, δηλαδή στη συγκρότηση κάποιων κοινών πολιτικών ιδανικών. Αυτός ο συμβιβασμός, συνάμα, μας οδηγεί σε μία αντίληψη ακραιφνώς συντηρητική, η οποία προασπίζεται το πρότυπο μιας ελάχιστης κυβέρνησης, τον περιορισμό της κρατικής παρέμβασης και –κατ’ επέκταση– την ελαχιστοποίηση της συμμετοχής και ανάμειξης των πολιτών στα κοινά. «Εφόσον δεν πρόκειται να αλλάξεις το μυαλό κανενός, για ποιο λόγο να νοιαστείς»; Επί αυτής της βάσης, ο μοναδικός λόγος για τον οποίο συμβιώνουμε συναρτάται αποκλειστικά με το οικονομικό όφελος που αποκομίζουμε από αυτή μας τη συνύπαρξη. Η «ομόνοια» του Αριστοτέλη — Στην προσπάθειά σας να στοιχειοθετήσετε μια εναλλακτική πολιτική προσέγγιση του ζητήματος της ευδαιμονίας αξιοποιείτε τον Αριστοτέλη. Ποιοι λόγοι σάς οδηγούν σε αυτό; Κόλμαν: Ο Αριστοτέλης αποπειράται να μιλήσει για το πώς οι άνθρωποι, ως άτομα που διαθέτουν ατομικές και υποκειμενικές θεωρήσεις σχετικά με το ευ ζην, μπορούν αφ’ ενός να ζήσουν μαζί και αφ’ ετέρου να συμμετάσχουν από κοινού στην πολιτική ζωή. Για τον αρχαίο Ελληνα στοχαστή, τα μέλη μιας πολιτείας / κοινότητας μαθαίνουν τι πρέπει να αποφεύγουν ενόσω μεγαλώνουν εντός της. Εκπαιδεύεσαι ήδη από παιδί στο ποιες επιλογές πράξης διαθέτεις και ποιες όχι. Μαθαίνεις και γνωρίζεις, δηλαδή, το τοι είναι καλό και τι όχι. Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο αποκτά σημασία για εμένα η αξιοποίηση του αριστοτελικού όρου «ομόνοια». Καθότι, ως όρος, παραπέμπει σε μια σειρά κοινών και συλλογικά αποδεκτών ιδανικών/αξιών. Δίχως την ίδια στιγμή να προϋποθέτει ή να συνεπάγεται την απόλυτη ταύτιση των αξιών, ιδανικών και ατομικών σκοπών του κάθε πολίτη. Δεν σημαίνει, δηλαδή, ότι όλοι συμφωνούμε ή ότι πρέπει να συμφωνούμε σε όλα. Ο Αριστοτέλης δεν ενδιαφέρεται για τους στόχους του καθενός μας ατομικά. Αυτό που τον απασχολεί είναι ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι σχετίζονται ο ένας με τον άλλο. Επιδιώκει να κατανοήσει το πώς αλληλοδεσμεύονται και αλληλεξαρτώνται. Ακόμη και αναφορικά με τα πλέον απλά πράγματα: «Κάνω κάτι για εσένα σήμερα, θα κάνεις κάτι για μένα αύριο». Γι’ αυτούς τους λόγους, θεωρεί ότι υπάρχει ένα είδος φυσικής φιλίας ανάμεσα στα μέλη μιας πολιτείας. Μία φυσική φιλία που αναπτύσσεται όταν ζουν μαζί ο ένας με τον άλλο. Αυτή είναι η άποψη ενός αρχαίου· δεν νομίζω ότι σκεφτόμαστε έτσι πια. Κιτρομηλίδης: Πράγματι, δεν σκεφτόμαστε έτσι πια καθότι δεν θεωρούμε τους εαυτούς μας κοινωνικά όντα με την έννοια του Αριστοτέλη. Δεν αποκομίζουμε δηλαδή πλέον το «ευ ζην» από το «κοινωνείν». Ας αναλογιστούμε, για παράδειγμα, τι απέγινε η αριστοτελική αξία της φιλίας. Κόλμαν: Για την ακρίβεια θεωρούμε ότι είμαστε κρυπτογραφήματα της δαρβίνειας εξέλιξης. Ούτε η ατομικότητα δεν φαίνεται να έχει πια αξία. Κι αν διατηρεί κάποια αξία, είναι διότι –αναδρομικά κρίνοντας– θεωρούμε ότι συνέβαλε στο καλό της ομάδας των συγκεκριμένων γονιδίων. Εχει αξία επειδή επέτρεψε την ενίσχυση και την πλέον επιτυχή πορεία μιας ομάδας γονιδίων προς το μέλλον. Κι όλα, έτσι, καθίστανται βιολογία. Σύγχρονη πολιτική αγωγή — Ποιος θα μπορούσε να είναι ο ρόλος της εκπαίδευσης για την επίτευξη ενός κοινού προσανατολισμού; Μπορεί η κατάρτιση μιας ενιαίας πολιτικής αγωγής να συμβάλει προς την προσδοκώμενη κατεύθυνση; Κόλμαν: Στη Βρετανία, διεξάγεται ήδη μια συζήτηση –κυρίως ανάμεσα σε αριστερούς φιλελεύθερους στοχαστές– σχετικά με την ανάγκη διαμόρφωσης μιας σύγχρονης πολιτικής εκπαίδευσης σε ένα περιβάλλον αμιγώς πολυπολιτισμικό. Ισως είναι πολύ αργά· μα το προσπαθούμε. Κιτρομηλίδης: Για ποιο λόγο αναφέρετε ότι είναι πολύ αργά; Κόλμαν: Διότι εκτιμώ ότι έχουμε χάσει πολύτιμο χρόνο υιοθετώντας τη λάθος τακτική. Να εξηγηθώ. Οι δάσκαλοι στα βρετανικά σχολεία σήμερα λένε στα παιδιά: «Μία ώρα κάθε εβδομάδα θα σας μαθαίνουμε το τι σημαίνει να είναι κανείς πολίτης εδώ». Στην πραγματικότητα, όμως, η ώρα της πολιτικής αγωγής αναλώνεται σε θέματα που άπτονται του πώς «λειτουργούμε»: «Πώς ανοίγεις έναν τραπεζικό λογαριασμό», «πώς λαμβάνεις ένα δάνειο» ή ότι «πρέπει να είσαι προσεκτικός με το πόσες πιστωτικές κάρτες έχεις» κ.λπ. Τους μαθαίνουμε, με λίγα λόγια, τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος και μόνον. Αυτό, προφανώς, δεν είναι πολιτική αγωγή. Η εκπαίδευση των νέων — Αν και η πραγματικότητα που περιγράφετε μοιάζει αδιέξοδη, εσείς παραμένετε ωστόσο αισιόδοξη. Πώς τα καταφέρνετε; Κόλμαν: Αντλώ την ελπίδα μου από τους νέους, γνωρίζοντας ότι όσα συζητάμε αυτή τη στιγμή τους αφορούν και τους ενδιαφέρουν. Διότι αυτά τα θέματα δεν είναι πολιτικά, αλλά κατ’ ουσίαν ηθικά. Ερχονται στιγμές στη ζωή που όλοι μας κάνουμε αυτές τις ερωτήσεις. Ερωτήσεις όπως «τι κάνω με τη ζωή μου», «τι είδους άνθρωπος θέλω να γίνω». Οχι μόνον «τι θέλουν οι γονείς μου να κάνω, για να πετύχω οικονομικά και να παντρευτώ καλά». Αλλά πιο απαιτητικές ερωτήσεις όπως «τι είναι ή τι θα πρέπει να είναι μια καλή ζωή». Αυτές οι ερωτήσεις απασχολούν και τους νέους. Το καταλαβαίνεις αμέσως αυτό: Σε παρακολουθούν με προσοχή όταν διδάσκεις, θέτουν ερωτήσεις, έχουν απορίες. Οι νέοι σήμερα δεν είναι ανόητοι, δεν είναι χαζοί. Θέλουν να μάθουν και να αποκτήσουν γνώση σχετική με αυτές τις ερωτήσεις. Αυτό είναι εν τέλει για εμένα πολιτική αγωγή. Ισως να μην αποδεχτούμε ποτέ αυτό που λέω. Εφόσον αυτό που μας ενδιαφέρει περισσότερο είναι το εάν και σε ποιο βαθμό η εκπαίδευση που θα δώσουμε στα παιδιά μας θα τα βοηθήσει να βρουν μια θέση στην αγορά εργασίας. Δεν απορρίπτω αυτή την προσέγγιση συνολικά. Το να εκπαιδεύσουμε τους νέους ώστε να βρουν εργασία είναι αναντίρρητα σημαντικό. Αλλά δεν είναι το μόνο σημαντικό. Δεν μπορεί να είναι το μόνο σημαντικό. Κιτρομηλίδης: Πρόκειται για μια τρομακτική απειλή για την παιδεία ως αξία συνολικά. Καθότι περιορίζει την εκπαίδευση σε μια διαδικασία μάθησης πρακτικών δεξιοτήτων. Είναι όμως μόνον αυτό η παιδεία; Δεν το πιστεύω. Κόλμαν: Ναι, αλλά αυτή είναι, εν τέλει, η επιλογή των κρατών και των κυβερνήσεων. Προτάσσουν μια αμιγώς εργαλειακή εκπαίδευση· και έπειτα απορούν σχετικά με τα αίτια κατάλυσης του ηθικού πλαισίου των κοινωνιών. Αναρωτιούνται τι έφταιξε. Είμαι αρκετά αισιόδοξη, παρ’ όλα αυτά. Είμαι αισιόδοξη με τους νεότερους σε ηλικία, με τα παιδιά. Κιτρομηλίδης: Εχετε, λοιπόν, μια πιθανή χρήση για την παρακαταθήκη των αξιών του Διαφωτισμού. Μια και ως πλαίσιο σκέψης και αξιακός προσανατολισμός ο Διαφωτισμός διαπνέεται από μια πρωτόγνωρη πίστη στις δυνατότητες του ανθρώπινου γένους. Αυτό τουλάχιστον μου φέρνει στον νου η αισιοδοξία σας. Κόλμαν: Αναμφίβολα, ναι· αν και κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει μόνον ένας Διαφωτισμός. Αρνούμαι να αποδεχτώ ότι ο Διαφωτισμός συνοψίζεται και περιορίζεται στην υποστήριξη ενός ριζοσπαστικού ορθολογισμού. Αδυνατώ, επομένως, να συμφωνήσω με στοχαστές για τους οποίους –κατά το μάλλον ή ήττον– ο Διαφωτισμός υπήρξε η αποκλειστική αιτία όλων των κακών. Αυτό είναι προφανώς σφαλερό. Παράλογο. Δεν συμφωνώ με αυτό τον σκεπτικιστικό και συντηρητικό φιλελευθερισμό. Παραμένω ιδιότροπα αισιόδοξη. Η μεσαιωνική σκέψη και ο «Ηγεμόνας» του στοχαστή Μακιαβέλι — Διαβάζοντας κανείς το έργο σας «Ιστορία της Πολιτικής Σκέψης» διαπιστώνει ότι ο Μεσαίωνας ίσως να μην ήταν τόσο σκοτεινός. Τι σας οδηγεί στο να υποστηρίζετε μια τέτοια ερμηνεία; — Η άποψη ότι ο σχολαστικισμός συνιστά μία μονοδιάστατη και μονοφωνική παράδοση αποτελεί προϊόν του «ανηλεούς» αγώνα που διεξήγαγε εναντίον του η Μεταρρύθμιση. Ωστόσο, όταν ως φοιτήτρια ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή με τη μεσαιωνική σκέψη, αυτό που με εξέπληξε ήταν –σε διαμετρική αντίθεση με όσα ανέμενα– η πολυφωνία της. Σε μια εποχή που χαρακτηριζόταν ως μονόπλευρη και πνευματικά αδιάφορη, ανακάλυπτα ιδίοις όμμασι τον πλουραλισμό. Κατανοούσα ότι οι άνθρωποι του πνεύματος δεν συμφωνούσαν μεταξύ τους· και –ακόμη πιο σημαντικό– είχαν την ελευθερία να μη συμφωνούν. Με λίγα λόγια, στους λεγόμενους σκοτεινούς χρόνους η ποικιλία απόψεων, θέσεων και ιδεών της πνευματικής ελίτ, των Δομινικανών και των Φραγκισκανών των μεγάλων πανεπιστημίων (Οξφόρδη, Παρίσι κ.λπ.) συνιστούσε μάλλον τον κανόνα παρά την εξαίρεση. Για το καλό του λαού — Μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες και ρηξικέλευθες απόψεις σας σχετίζεται με την ερμηνεία του Μακιαβέλι ως του τελευταίου μεσαιωνικού στοχαστή. Τι σας κάνει να πιστεύετε κάτι τέτοιο; — Η προσεκτική ανάγνωση του Φλωρεντινού στοχαστή επιβεβαιώνει ότι ακόμη κι ο «Ηγεμόνας» του είναι μάλλον ένας χαρακτήρας παλαιομοδίτικος. Γιατί; Διότι ενδιαφέρεται –πρωτίστως– για το καλό του λαού (salus populi). Σκοπεύει και αποβλέπει στη σωτηρία των πολλών και όχι στο ατομικό του όφελος. Επιπρόσθετα, ο ηγεμόνας δεν επιτελεί όσα οφείλει με οποιονδήποτε τρόπο. Δεν εμφανίζεται ώστε να αναγκάσει και να επιβάλει αυτό που θέλει. Τουναντίον, αποβλέπει στην κατάρτιση πολιτεύματος, αλλά και στην επιβολή του νόμου και της τάξης (ordine). Ο διαβόητος Μακιαβέλι ενδιαφέρεται, πλησιάζοντας εν μέρει τον Κικέρωνα στο «De Officis», να εμπεδώσει τους πολιτικούς εκείνους όρους που θα προστατεύσουν τη συλλογικότητα μακροπρόθεσμα. Το ίδιο ισχύει και στο θέμα της ισχύος. Η πολιτική ισχύς, σύμφωνα με τον Μακιαβέλι, είναι και οφείλει να είναι υπηρέτης του κοινού καλού. Δεν νομίζω ότι ο Weber, για παράδειγμα, προσλαμβάνει με αυτό τον τρόπο την έννοια της ισχύος, όταν πραγματεύεται την οργάνωση της γραφειοκρατίας. Αυτό δεν σημαίνει, παρ’ όλα αυτά, ότι απορρίπτω την άρθρωση νέων προσανατολισμών από τον Ιταλό στοχαστή. Δεν το αρνούμαι. Θεωρώ, όμως, ότι η απόδοση έμφασης στους νεωτερικούς προσανατολισμούς υπήρξε έργο μεταγενέστερων στοχαστών, για τους δικούς τους σκοπούς. Πολιτική συμμετοχή — Τι εννοείτε λέγοντας ότι, σε αντίθεση με τον μεσαίωνα, η νεωτερικότητα αναβάλλει τη συζήτηση αναφορικά με τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του πολίτη; — Η προ-νεωτερική (αρχαία ή/και μεσαιωνική) πολιτεία στοχεύει στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και του ήθους των πολιτών. Αναγνωρίζει ότι δεν μπορεί να μεταβάλει την ανθρώπινη φύση· αλλά γνωρίζει, επίσης, ότι ο χαρακτήρας δεν είναι φύση. Ο χαρακτήρας συνιστά προϊόν της ίδιας της εμπειρίας. Προκύπτει δηλαδή ως συνέπεια συγκεκριμένων εμπειριών. Με αυτό τον τρόπο διαμορφώνονται, άλλωστε, οι διαφορετικές πολιτικές κουλτούρες. Γι’ αυτό και ο Μακιαβέλι αναφέρει ότι όσοι γεννιούνται και μεγαλώνουν υπό μοναρχικό καθεστώς είναι –ή γίνονται– συνήθως πολύ παθητικοί. Ενώ, αντιθέτως, όσοι μεγαλώνουν εντός δημοκρατικών παραδόσεων εκπαιδεύονται στην πολιτική συμμετοχή, αλλά και στο να αναγνωρίζουν τη συλλογική διάσταση της ευθύνης των ατομικών τους πράξεων. Υιοθετούν, ως εκ τούτου, μία πιο ενεργή στάση ζωής –μια vita activa– θεωρώντας υποχρέωση και καθήκον τους να συμμετέχουν στην πολιτική συζήτηση και στην πολιτική πράξη. Καθίσταται φανερό ότι, σε αυτό το σημείο, ο Μακιαβέλι συνεχίζει την παράδοση των Ρωμαίων. Μόνο που, επιπρόσθετα, θεωρεί ότι ο λαός μπορεί και πρέπει να είναι ελεύθερος. Δεν πρέπει, δηλαδή, να είναι υπηρέτης των ευγενών. Γι’ αυτό, εξάλλου, τίθεται υπέρ μιας ευρύτερης συμμετοχής του λαού –και δη της εμπορικής τάξης– στα κοινά. Η Φλωρεντία των Μεδίκων υπήρξε, εξάλλου, το πρότυπο μιας Δημοκρατίας του Εμπορίου. Ενδεικτική Βιβλιογραφία «Ιστορία της Πολιτικής Σκέψης, Από την Αρχαία Ελλάδα μέχρι τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους», Π.Σ. Βαλλιάνος (επιμ.), Γ. Χρηστίδης (μετ.), Αθήνα: Κριτική, 2004. «Ιστορία της Πολιτικής Σκέψης, Από το Μεσαίωνα μέχρι την Αναγέννηση», Π.Σ. Βαλλιάνος (επιμ.), Γ. Χρηστίδης (μετ.), Αθήνα: Κριτική, 2006. «Scolastics, Enlightenments and Philosophic Radicals: Essays in Honor of J.H.Burns» (επιμ.), 1999. «The individual in Political Theory and Practice», 1996. «Against the State: Studies in Sedition and Rebellion», 1990. Ποια είναι Η Τζάνετ Κόλμαν σπούδασε στην Ecole Pratique des Hautes Etudes και ολοκλήρωσε τη διδακτορική της διατριβή στο Πανεπιστήμιο του Yale. Υπήρξε καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Exeter και στο Πανεπιστήμιο του Cambridge. Το 1980 ίδρυσε, μαζί με τον Iain Hampsher-Monk, το διεθνές επιστημονικό περιοδικό «Ιστορία της Πολιτικής Σκέψης», το οποίο και διευθύνει έως σήμερα. Από το 1999 διδάσκει στο LSE και είναι μέλος της Royal Historical Society. Το συγγραφικό έργο της Janet Coleman διακρίνεται για το εύρος και την πολυφωνία του. Εκτός από τη βαθιά γνώση που διαθέτει σε ζητήματα αρχαίας πολιτικής θεωρίας, η Βρετανίδα ιστορικός των ιδεών είναι μία δεσπόζουσα ερμηνεύτρια του μεσαίωνα και της αναγεννησιακής σκέψης. Πέραν της αναντίρρητης δυναμικότητάς της –δημοσιεύει τακτικά άρθρα και πρωτότυπες έρευνες– η Coleman είναι μια σαγηνευτική ομιλήτρια. Ιδιότητα που έχει καταστήσει το μαθήματά της στην Ιστορία της Πολιτικής Σκέψης στο LSE ιδιαίτερα δημοφιλή σε διατμηματικό επίπεδο.
|