|
Πάβελ Αλτχάμερ, ο γλύπτης που σμιλεύει ανθρώπους
O Πάβελ Αλτχάμερ κάθεται στο λόμπι του ξενοδοχείου «Σεμίραμις» στην Κηφισιά, αγκαλιά με τον 6 μηνών γιο του, τον Κοσμά. Το συνεχές του κλάμα κάνει αδύνατη τη συνέντευξη. Σαλιώνει συνέχεια την μπλούζα του πατέρα του, δυσκολεύοντας και τη φωτογράφηση. Το ελληνικό του όνομα προέρχεται από το γεγονός ότι ο μικρός συνελήφθη στην Αθήνα το καλοκαίρι του 2005, όταν ο γλύπτης και η γυναίκα του έκαναν ένα πρότζεκτ για την έκθεση του ΕΜΣΤ, ο «Μεγάλος Περίπατος». Μαζί με τα υπόλοιπα τέσσερα παιδιά του, ο Αλτχάμερ θεωρεί τον Κοσμά το πιο σημαντικό του γλυπτό. Οχι αδίκως... Συνεχίζοντας την παράδοση του Γιόζεφ Μπόις, ο Αλτχάμερ προτιμά να «σμιλεύει» ανθρώπους παρά το ξύλο και την πέτρα. Είναι ένας γλύπτης με κλασική παιδεία, κάνει περφόρμανς, χάπενινγκ και βίντεο. Ευκαιρίες «Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου είχα κλίση στην τέχνη. Ημουν το παιδί που έκανε πάντοτε σχέδια και σκετς στην τάξη. Η καριέρα μου ξεκίνησε με τον παλιομοδίτικο τρόπο. Σπούδασα γλυπτική και άρχισα να εκθέτω. Είχα όμως την τύχη να γνωρίσω επιμελητές που μου έδωσαν την ευκαιρία της ευρύτερης προβολής και συλλέκτες που ενδιαφέρθηκαν για τη δουλειά μου. Εβγαλα κάποια χρήματα. Η γλυπτική δεν με ενδιέφερε μόνον ως αποτέλεσμα, δηλαδή ως καλλιτεχνική παραγωγή αγαλμάτων. Με κέντριζε η ιδέα της χρήσης διαφορετικών υλικών αλλά και της διαδικασίας του να τη βλέπω ως περφόρμανς. Πολύ σύντομα ανακάλυψα πόσο με εμπνέει να εμπλέκω και άλλους ανθρώπους στην ίδια μου την τέχνη. Μιλάω για άτομα που δεν είχαν καμιά σχέση με τα εικαστικά. Η συμμετοχή τους σε μια δημιουργική διαδικασία έχει για μένα περισσότερη αξία από τα έργα». Ετσι, ο Αλτχάμερ δεν κλείστηκε στο εργαστήριό του, αλλά βγήκε στην πραγματική ζωή: «Στη Γερμανία, λ.χ., συμμετείχα σε ένα ειδικό πρόγραμμα με αφορμή τον Αϊνστάιν. Μου παραχώρησαν ένα χώρο όπου είχε εργαστεί ο εφευρέτης και μου είπαν να κάνω ό,τι θέλω. Προσκάλεσα λοιπόν προβληματικούς εφήβους από την Πολωνία με παραβατική συμπεριφορά και κανόνισα να κάνουν μαθήματα φυσικής, να τη μάθουν εξαρχής με φρέσκο τρόπο. Η διδασκαλία του μαθήματος δεν πήγε καλά, αλλά πολλά από τα παιδιά ένιωσαν τι θα πει να πειραματίζεσαι και να γίνεσαι δημιουργικός. Εφτιαξαν μάλιστα και μια βιτρίνα με εκθέματα για ένα μουσείο Αστρονομίας. Με κάποιους από τους μαθητές συνεργάζομαι ακόμα». Ανοικτό εργαστήριο «Το πρότζεκτ της Αθήνας στηρίχθηκε στην ιδέα του ανοικτού εργαστηρίου. Είχα για δύο εβδομάδες ένα ατελιέ στην Πλάκα, στο οποίο διέμενα με τη γυναίκα μου και ήταν επισκέψιμο όλη την ημέρα. Ο κόσμος μπαινόβγαινε και έβλεπε πώς ακριβώς δούλευα, κοιμόμουν ή έτρωγα. Το γλυπτό που ετοίμαζα δεν τελείωσε ποτέ, αλλά έτσι και αλλιώς δεν ήταν αυτός ο σκοπός μου. »Βρίσκω πολύ πιο ενδιαφέρον να δουλεύεις με την ενέργεια που φέρει ο άλλος μέσα του παρά με το ξύλο ή την πέτρα. Βλέπεις, λ.χ., ένα άτομο που σου φωνάζει σιωπηλά με τον τρόπο του “κάνε κάτι μαζί μου. Βοήθησέ με να βρω την αυτοπεποίθησή μου”. Ενα άλλο πρότζεκτ μου αφορούσε τους αστέγους. Συγκέντρωσα εκατό από αυτούς και τους πρότεινα να κάνουμε μια ζωντανή αναπαράσταση ενός πίνακα του Μπρέγκελ για την ευτυχία, όπου πολλοί άνθρωποι είναι γύρω από ένα τραπέζι γεμάτο εδέσματα κάτω από ένα δέντρο. Τους μίλησα για την ιστορία του έργου και τους έδωσα φαγητά και ποτά σε ένα μέρος ακριβώς δίπλα από την πολωνική βουλή. Ηπια και εγώ μαζί τους. Οι άστεγοι είναι κανονικοί άνθρωποι που έχουν χάσει την ενέργεια και την αυτοπεποίθησή τους για να ξαναμπούν στον αγώνα της ζωής» Ο Αλτχάμερ έζησε τη μετάβαση της χώρας του απο τον κομμουνισμό στην οικονομία της αγοράς: «Πιστεύω ότι οι γονείς μου με είχαν προφυλάξει και το έζησα ομαλά. Δεν ταξίδευα τότε και δεν είχα ιδέα πώς ήταν τα πράγματα στο εξωτερικό. Ο πατέρας μου είχε αναγκαστεί να αφήσει την εργασία του ως εκπαιδευτικός και να κάνει μαύρη αγορά. Αργότερα μετανάστευσε στη Σουηδία και άνοιξε μια δική του δουλειά. Τα πήγε καλά. Ακόμα και σήμερα στη Βαρσοβία βλέπεις άτομα που δεν έχουν να φάνε ή είναι σε απόγνωση. Οχι μόνο από την οικονομική ανέχεια, αλλά από το γεγονός ότι δεν έχουν τη δυνατότητα να αλλάξουν την καθημερινότητά τους. Το νόημα της καλλιτεχνικής δημιουργίας δεν είναι πολιτικό αλλά κοινωνικό. Ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι μέσα στη ζωή και να αφουγκράζεται τι συμβαίνει γύρω του. Το καλό του κόσμου της τέχνης είναι ότι σου ανοίγει πόρτες και παράθυρα παντού. Πρέπει να βγάλεις το κεφάλι σου να δεις τι γίνεται και όχι να μένεις κλεισμένος σε ένα ασφαλές δωμάτιο. Το ίδιο ισχύει και με το σώμα μας. Πολλές φορές πιστεύω ότι είμαι ένας κοσμοναύτης με όχημα το σώμα. Το σώμα είναι η διεύθυνση στην οποία ζούμε». «Είμαστε όλοι ηθοποιοί» Για την έκθεση της Tate Modern, o Αλτχάμερ έχει ετοιμάσει ένα τρέιλερ που θα μπορούσε να έμοιαζε με τα αντίστοιχα κινηματογραφικά, στο οποίο όμως πρωταγωνιστούν κανονικοί άνθρωποι: «Πιστεύω ότι είμαστε όλοι ηθοποιοί. Αστεγοι, μετανάστες, άνθρωποι που συναντάς στον δρόμο, παιδιά». Παράλληλα, παρουσιάζεται και μια εγκατάστασή του με τίτλο «Αυτοπροσωπογραφία ως μπίζνεσμαν» με μια στοίβα από ρούχα. Το έργο έγινε το 2002 όταν ο καλλιτέχνης ντύθηκε σαν τυπικός επιχειρηματίας με τσάντα, κοστούμι και κινητό. Πήγε στην Ποτσντάμερ Πλατς του Βερολίνου και γδύθηκε εντελώς, αφήνοντας πίσω του την αμφίεση... Η «Μαύρη Αγορά» στο ΔΕΣΤΕ Αυτήν την περίοδο, ο σαραντάρης Αλτχάμερ παρουσιάζει στο Ιδρυμα ΔΕΣΤΕ την εντυπωσιακή εγκατάσταση «Μαύρη Αγορά». «Είχα μια πρόταση να εκθέσω ένα έργο στο Βερολίνο για τη μετανάστευση και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Βρήκα τρεις Αφρικανούς που είχαν αποκτήσει πρόσφατα πολωνική υπηκοότητα ύστερα από ολόκληρη οδύσσεια. Για να ζήσουν, δίδασκαν αγγλικά. Τους πήρα μαζί μου στη Γερμανία, όπου θα γινόταν η έκθεση, έχοντας ήδη μισοετοιμάσει ένα γλυπτό. Τους εξήγησα ότι θα ήταν πολύ πιο ενδιαφέρον για τους θεατές να βρουν εκείνοι έναν τρόπο να διηγηθούν την ιστορία τους από το να κάνω εγώ ένα καλλιτεχνικό έργο σχολιάζοντας τον κοινωνικό αποκλεισμό. Τους έμαθα πώς να χειρίζονται τη σμίλη. Σταδιακά είδα με μεγάλο θαυμασμό πώς τρεις φοβισμένοι μετανάστες μεταμορφώθηκαν σε ανθρώπους με εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και έκαναν καινούργια πράγματα, όπως γλυπτά. Εγιναν ευτυχισμένοι και με ευχαριστούσαν για το πόσο χαρούμενους τους έκανε η τέχνη. Ετσι, η τελική μορφή της εγκατάστασης είναι ένα δικό μου γλυπτό δίπλα στα δικά τους» εξηγεί ο Αλτχάμερ.
|