Home | Mobile | Newsletter | E-paper | RSS | Χρήσιμα | English Edition
Βρείτε μας:
Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

              Ημερ. έκδοσης 09/12/2007
Σύνθετη Αναζήτηση | Αρχείο Εκδόσεων  
Επικαιρότητα
Εντυπη
Απόψεις
Αφιερώματα
Ταξίδια
Αγγελίες
Πρώτη Σελίδα
Πολιτική
Ελλάδα
Κόσμος
Οικονομία
Επιχειρήσεις
Διεθνής οικονομία
Πολιτισμός
Αθλητισμός
Μόνιμες στήλες
ΠOΛITIΣMOΣHμερομηνία δημοσίευσης: 09-12-07
Οι συνέχειες του ελληνικού πνεύματος

Ενα βιβλίο-σταθμός του φιλόσοφου Κ. Παπαϊωάννου για τη βυζαντινή και ρωσική ζωγραφική, εκδίδεται στα ελληνικά

Κυκλοφορεί τις προσεχείς ημέρες από τις «Εναλλακτικές Εκδόσεις» το βιβλίο του φιλόσοφου Κώστα Παπαϊωάννου, «Βυζαντινή και Ρώσικη Ζωγραφική», αποσπάσματα από την Εισαγωγή του οποίου δημοσιεύουμε. Το βιβλίο δημοσιεύτηκε στα γαλλικά για πρώτη φορά το 1965, σε πολυτελή έκδοση-άλμπουμ και γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Πρόκειται για μια άγνωστη, έως σήμερα, πτυχή της συγγραφικής δραστηριότητας του συγγραφέα της «Γένεσης του Ολοκληρωτισμού», της «Αποθέωσης της Ιστορίας» και του «Τέχνη και πολιτισμός στην αρχαία Ελλάδα», που καταδεικνύει το εύρος των ενδιαφερόντων και των γνώσεων του μεγάλου Ελληνα φιλοσόφου.

Οπως είναι πλέον γνωστό στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, ο πρόωρα χαμένος συγγραφέας (πέθανε το 1981, σε ηλικία μόλις 56 ετών) που ανήκει στη χορεία των μεγάλων Ελλήνων που διέπρεψαν στη Γαλλία, μαζί με τον Κορνήλιο Καστοριάδη και τον Κώστα Αξελό, είχε ασχοληθεί ιδιαίτερα με την αρχαία Ελλάδα, όπως και οι άλλοι δύο φίλοι του. Ομως, με το έργο του για τη βυζαντινή και ρώσικη ζωγραφική, που έγραψε σε σχετικά νεαρή ηλικία, αποδεικνύεται πως είχε μια ευρύτερη θεώρηση για τη συνέχεια του ελληνικού πνεύματος και της ελληνικής τέχνης από την αρχαιότητα έως το Βυζάντιο. Εχει δε ιδιαίτερη σημασία ότι το βιβλίο γράφτηκε και δημοσιεύτηκε σε μια εποχή που η βυζαντινή πνευματική και καλλιτεχνική παραγωγή παρέμενε άγνωστη στο ευρύτερο ευρωπαϊκό κοινό. Τη μετάφραση του βιβλίου, που περιλαμβάνει πάνω από εξήντα έγχρωμες αναπαραγωγές έργων, έκαναν από τα γαλλικά η Ελένη Νάκου και η Χριστίνα Σταματοπούλου.

Γέννηση της βυζαντινής τέχνης

«Η Ανατολή είναι Ανατολή και η Δύση είναι Δύση. Ποτέ δεν θα συναντηθούν». Αυτή η περίφημη φράση ποτέ δεν υπήρξε τόσο ανακριβής όσο την περίοδο κατά την οποία το Βυζάντιο αναδύθηκε ως η μητρόπολη του χριστιανικού κόσμου. Από την εποχή των κατακτήσεων του Αλεξάνδρου, από τον Γάγγη έως την Αδριατική, από την Κριμαία έως την Αίγυπτο, συγκροτήθηκε για πρώτη φορά μία διεθνής πολιτισμική κοινότητα, η ελληνιστική «κοινή». Η Ελλάδα, η Εγγύς Ανατολή, ολόκληρη η Ασία νοτίως του δρόμου των τύμβων, που χρονολογείται από τη Λίθινη Εποχή και που οδηγεί από την Κασπία στο Σινικό Τείχος, μία τεράστια μάζα λαών, ετερογενών στον ύψιστο βαθμό, με ιδιαιτερότητες θεμελιωμένες σε χιλιόχρονες παραδόσεις, συγκεντρώθηκε γύρω από πόλεις, χαραγμένες με το ράμμα από τον Αλέξανδρο και τους διαδόχους του. Το τέλος της ελληνικής κυριαρχίας δεν επηρέασε καθόλου αυτή την εκτεταμένη «κοινή». Αντιθέτως, όπως οι Πάρθοι λειτούργησαν ως μεσολαβητές ανάμεσα στον ελληνισμό και την Ανατολή, έτσι και οι Ρωμαίοι μετέφεραν τον ελληνισμό στις ακτές του Ατλαντικού. Και εάν εκλατίνισαν τη Δύση, δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να προσδώσουν μια νέα ορμή στον ελληνισμό όπως τον βρήκαν στα ανατολικά του Ιονίου Πελάγους. Ως όψιμη συνέπεια της εκστρατείας του Αλεξάνδρου, τα κείμενα της Καινής Διαθήκης θα γραφτούν στα ελληνικά, όπως και τα περισσότερα γραπτά των Πατέρων της Εκκλησίας… [ ]

Η θρησκεία πέτυχε εκεί όπου απέτυχε ο εθνικισμός. Την ίδια στιγμή που η επίγεια Ιερουσαλήμ μεταβαλλόταν σε στάχτες, η εικόνα της επουράνιας Ιερουσαλήμ άπλωνε πάνω από την οικουμένη το μυστηριακό φως που ανέδιδαν τα καμωμένα από ίασπι τείχη της και οι μαργαριταρένιες πύλες της.

Στο εξής, ο κόσμος θα αρχίσει να βλέπει τον εαυτό του μέσα από το πρίσμα αυτού του φωτός. Αυτή η νέα θεώρηση του σύμπαντος δεν αντιδιαστέλλει πλέον τον κόσμο με το χάος, την τάξη με την αταξία, όπως στους Ελληνες, αλλά το Φως με το Σκότος. Το φως αποτελεί το κυρίαρχο θέμα της αχανούς «παγανιστικής», ιουδαϊκής, χριστιανικής ή ζωροαστρικής γραμματείας της εποχής. Και αυτήν ακριβώς την «παρουσία ενός ασώματου φωτός, που δεσπόζει πάνω στη σκοτεινή ύλη», ο Πλωτίνος θα θεωρήσει ως έκφραση του κάλλους…

Η ίδρυση της Κωνσταντινούπολης, το 330, υπήρξε η επιβεβαίωση της οικονομικής, πολιτισμικής και θρησκευτικής υπεροχής της Ανατολής. Χωρίς αμφιβολία, ο όρος «Ανατολή» προσφέρεται στην ασάφεια. Από την εποχή του Αλεξάνδρου, η Ανατολή και ο ελληνισμός είχαν συμπήξει συμμαχία. Μέσα σ' αυτό το, λιγότερο ή περισσότερο, εξελληνισμένο περιβάλλον, θα γεννηθεί η χριστιανική θεολογία και θα φιλοτεχνηθεί η πρώτη μορφή της ιερής τέχνης: όταν ο Αγιος Κλήμης ο Αλεξανδρεύς τόλμησε να ανυψώσει την ελληνική φιλοσοφία στο επίπεδο μιας «δεύτερης Παλαιάς Διαθήκης» δεν έκανε τίποτε άλλο από το να μεταφράσει στη γλώσσα της θεολογίας αυτό που η χριστιανική τέχνη ήθελε κατά τον ίδιο τρόπο να συμβολίσει με τους Καλούς Ποιμένες της, τους έφηβους Χριστούς της και τους φιλοσόφους Αποστόλους της, οι οποίοι θα συνδυάζουν για καιρό τη θεϊκή μορφή με το ανθρώπινο κάλλος. Αλλά, παράλληλα με αυτή την ελληνιστική εικονογραφία, μια άλλη παράδοση άρχιζε να συγκροτείται στην ενδοχώρα της Αιγύπτου και της Συρίας: σε αυτήν οφείλομε την παγίωση της πλειοψηφίας των ιερών απεικονίσεων. [ ]

Μετάλλαξη της τέχνης

Παράλληλα, ένας αποφασιστικός μετασχηματισμός διενεργείται στην ίδια την εικόνα του ανθρώπου. Η αρχαία τέχνη αγνοούσε την υποκειμενικότητα. Η έννοια του μυστηρίου, της εσωτερικότητας, της αγωνίας και συνακόλουθα ο κόσμος της ελπίδας και της μεταμόρφωσης παρέμεναν για τους Ελληνες ένας τομέας σχεδόν απαγορευμένος. Ετσι, οι ωραιότερες μορφές του Eλληνισμού φαντάζουν βυθισμένες μέσα σ’ έναν απρόσωπο κόσμο: τα μάτια, ταυτόχρονα ανοιχτά και κλειστά, όπως του ζώου, το ίδιο αδιάφορα απέναντι στην ελπίδα και την απελπισία όσο και ο σφυγμός ή η τροχιά των άστρων, αποκλείουν αποφασιστικά κάθε δυνατότητα προσωπικής έκφρασης. Είναι αλήθεια πως η ψυχολογική διάσταση εμφανίζεται για πρώτη φορά με τους Ρωμαίους: το έργο αυτών των πρόδρομων αιώνων συνίσταται ακριβώς στο να φέρει τον «ψυχικό» άνθρωπο των ελληνο-ρωμαϊκών πορτρέτων στο κατώφλι της πνευματικής εσωτερικότητας των βυζαντινών εικόνων και ψηφιδωτών. Τα πρόσωπα του 3ου και του 4ου αιώνα, στο Φαγιούμ όπως και στην Παλμύρα, στην Ελλάδα όπως και στη Ρώμη, μας θέτουν ενώπιον μιας τέχνης επικεντρωμένης όχι πια στην εξύμνηση του σώματος αλλά στην ένταση του βλέμματος. Εδώ το αρχαίο μάτι –«στενός συγγενής του ήλιου», έλεγε ο Πλάτων– χάνει την ηλιακή αδιαφορία του και γίνεται η αντανάκλαση φωτεινών και σκοτεινών δυνάμεων που στο εξής θα διαφεντεύουν το σύμπαν.

Εάν τα πορτρέτα του Φαγιούμ είναι οι αδιαμφισβήτητοι πρόγονοι των εικόνων, οι νωπογραφίες της Δούρας Ευρωπού μας οδηγούν στο κατώφλι της βυζαντινής αισθητικής: οι πλαστικές μορφές υποχωρούν μπροστά στην αυστηρότητα της γραμμής, το τρισδιάστατο αναιρείται από την επίπεδη παράσταση των προσώπων: αυτά τα σώματα, χωρίς καμία στρογγυλότητα, που δεν έχουν πια ούτε όγκο ούτε βάρος και που τίποτα δεν τα υποβαστάζει, δεν ανήκουν πλέον στον τοίχο αλλά αιωρούνται μέσα σ’ ένα χώρο πνευματικό όπου η προσευχή και η λατρεία έχουν καταργήσει κάθε απόσταση ανάμεσα στο αντικείμενο και το υποκείμενο της ενατένισης. [ ]

Ελληνισμός και Ορθοδοξία

Κατοικημένη από ελληνικό πληθυσμό, εξοπλισμένη με ένα πανεπιστήμιο θεματοφύλακα της αρχαίας παράδοσης, η Κωνσταντινούπολη υπήρξε η εστία ενός πολιτισμού βαθιά σημαδεμένου από τον Eλληνισμό. Οι βιβλιοθήκες της (εκείνη του Ιουλιανού λέγεται ότι περιείχε 120.000 τόμους) διατηρούσαν όλους τους θησαυρούς της σκέψης της αρχαιότητας και οι δρόμοι της, οι μορφές της, οι κήποι της, τα ανάκτορά της, τα περίφημα λουτρά του «Ζεύξιππου», το ιπποδρόμιο, συνιστούσαν πραγματικά μουσεία όπου συγκεντρώνονταν τα αριστουργήματα της ελληνικής τέχνης. Για χίλια χρόνια, η αρχαία γλώσσα υπήρξε η γλώσσα των Γραμμάτων. Η φανατική προσήλωση στην Αρχαιότητα έκανε τις μορφωμένες τάξεις να απαρνηθούν την ελληνική δημώδη γλώσσα, την πραγματικά εθνική γλώσσα, σε όφελος της γλώσσας που μιλιόταν στην Αθήνα και την Αλεξάνδρεια κατά την ελληνιστική εποχή. «Ημίν οι και του γένους εσμέν και της γλώσσης αυτοίς (τοις Ελλησι) κοινωνοί και διάδοχοι» [«Από τη φυλή και τη γλώσσα είμαστε συμπατριώτες και κληρονόμοι των αρχαίων Ελλήνων»], έλεγε ο Θεόδωρος Μετοχίτης στα τέλη του 13ου αιώνα. Στο όνομα αυτής της αρχής, ο Πατριάρχης Νικόλαος Μουζάλων παρέδωσε στις φλόγες ένα βίο αγίου γραμμένο στην ελληνική καθομιλουμένη… Από εκεί προέρχεται επίσης η λατρεία για τον Ομηρο και τον Πλάτωνα, η αγάπη για τη μυθολογία και η σταθερή αφοσίωση στα πρότυπα της αρχαιότητας. Εξακολουθούσαν πάντα να αποστηθίζουν τον Ομηρο και είναι γνωστά ποιήματα για την Παναγία και για τον Ευαγγελισμό των οποίων ο κάθε στίχος είναι δανεισμένος είτε από την Ιλιάδα είτε από την Οδύσσεια…

Αυτό που συγκροτούσε την ενότητα των είκοσι διαφορετικών λαών που κατοικούσαν στην αυτοκρατορία ήταν η ελληνική γλώσσα και η ορθόδοξη πίστη και εάν το Βυζάντιο αποτελεί μια δεύτερη άνθηση του Ελληνισμού, το καινούργιο μπόλι υπήρξε ο χριστιανισμός, που είχε ένα ανανεωτικό αποτέλεσμα κεφαλαιώδους σημασίας. Αλλά ο Ελληνισμός μπόρεσε να δείξει τις πραγματικές του δυνατότητες, ακριβώς, μέσα από τον τρόπο που επεξεργάστηκε τη βυζαντινή ορθοδοξία.

Αυτό που μας εντυπωσιάζει στη βυζαντινή πατερική θεολογία είναι ορισμένως αυτή η παλιά ελληνική πίστη στη Φύση που ακτινοβολεί στο έργο του Αγίου Βασιλείου, του Γρηγορίου Νύσσης ή του Μάξιμου του Ομολογητή. Γι’ αυτούς, ο κόσμος δεν είναι εκείνη η ζοφερή φυλακή που ο πρώτος χριστιανισμός καταδίκαζε στην αποκαλυψιακή συντριβή. Ο κόσμος είναι μία «Θεοφάνεια», μία «φανέρωση του Θεού», λέει ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο πατέρας του χριστιανικού μυστικισμού. Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό ότι αυτή η αίσθηση υψηλοφροσύνης του φυσικού κόσμου υπήρξε το επιχείρημα του Μάξιμου εναντίον του Ωριγένη. «Τίποτα δεν πρέπει να φοβάται κανείς περισσότερο», έλεγε, από την αντίληψη που θεωρεί ότι «αυτό το μοναδικό αριστούργημα, ο ορατός κόσμος, στον οποίο ο Θεός φανερώνεται μέσα από μία σιωπηλή αποκάλυψη, έχει ως μοναδική αιτία την αμαρτία». Μέσα σ’ ένα τέτοιο σύμπαν όπου κάθε τι το υπαρκτό συνιστά μια «Θεοφάνεια», το κάθε ον συνιστά ένα αγαθό, ενώ το κακό δεν είναι παρά μια εξωπραγματική σκιά. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η βυζαντινή τέχνη αρνήθηκε να υιοθετήσει τις δαιμονικές στρεβλώσεις και τα «τερατόμορφα αγρίμια» με τα οποία οι αποκαλυψιακές ενοράσεις στόλισαν τις πύλες των μητροπόλεων του Βορρά.

Δημοσίευση : 09-12-07


[ Πρώτη Σελίδα ] [ Πολιτική ] [ Oικονομία & Aγορές ] [ Mόνιμες Στήλες ]
[ Eλλάδα ] [ Kόσμος ] [ Πολιτισμός ] [ Aθλητισμός ]
Oικονομικές ειδήσεις | Γενικές ειδήσεις
Γραφήματα
Χρήσιμα
Καιρός
Aφιερώματα

APXEIO - Eντυπη έκδοση

Πού πήγε το ελληνικό τραγούδι;
Ο χαμένος πολιτισμός των Σουμερίων
Αρχή με 200 πίνακες του Παπαλουκά
Καπνίζοντας στην Αθήνα...
Ταλέντο είναι η ορμή και η λαχτάρα
ΖΚΜ: στο λαβύρινθο εικόνων και ήχων
Πού πήγε το τραγούδι;
ΠPOΣΩΠA
Γιαν Φαμπρ, ένα λάθος, ένας μύστης
ΣKHNEΣ
Χριστουγεννιάτικες ιστορίες για παιδιά
Χλευασμός αστών και μικροαστών
Εξαιρετικό το αφιέρωμα στον Αντίοχο Ευαγγελάτο
AΠOΨEIΣ
Υποθεσεις
Διακρινοντας
YΠOBOΛEIO
Eνα Βλεμμα
Aποτυπωματα
Αναγνωσεις
Προσωπα
BIBΛIO
«Νιώθω σαν στενογράφος σε δικαστήριο»
Οι συνέχειες του ελληνικού πνεύματος
Σήμα κινδύνου και ελπίδας
Nέες εκδόσεις
ΠPΩTA ΣE ΠΩΛHΣEIΣ
EBΔ0MAΔA
Εξερεύνηση στο μουσικό θέατρο
Εκθεση Γιάννη Τσαρούχη
Ο Rene Aubry στο Gazarte
Hμερολογιο
IΔEEΣ
«Η ιστορία είναι πάντοτε μια σύγκρουση»
Οι σκαπανείς της Πολιτικής Επιστήμης
KINHMATOΓPAΦOΣ
«Οι ήρωές μου φοράνε αρβύλες και είναι μόνοι»
Όροι χρήσης | Προστασία προσωπικών δεδομένων | Company profile | Eπικοινωνία | Site map | Προσφορές
© 2012 H KAΘHMEPINH All rights reserved.