|
Ζυλ Ντασσέν: Γεια σας! Και σας ευχαριστώ!
Της Μαριας Κατσουνακη
Αρχές του ’90, ο Ζυλ Ντασσέν σκηνοθετούσε στο θέατρο Τζένη Καρέζη τον «Θάνατο του εμποράκου». «Δυστυχώς δεν θα μπορέσετε να του μιλήσετε στο τηλέφωνο. Θα τον βρείτε μόνο στο θέατρο. Πηγαίνει το πρωί και επιστρέφει σπίτι ξημερώματα. Δεν τον βλέπω καθόλου». Η Μελίνα Μερκούρη στην άλλη πλευρά του τηλεφώνου μάς ενημερώνει για το πρόγραμμα του Ντασσέν. Ευγενής και προστατευτική, ίσως και να προσπαθεί να μας αποτρέψει θέλοντας να ελαφρύνει το πρόγραμμά του. Μια Δευτέρα πρωί, μετά την καθιερωμένη συνέντευξη Τύπου, τον πλησίασα και του ζήτησα να μου διαθέσει ένα τέταρτο από τον χρόνο του, όχι για μια «ορθόδοξη» συνέντευξη αλλά για ένα παιχνίδι. «Θα σας προτείνω ονόματα και εσείς θα σχολιάζετε», του είχα πει τρακαρισμένη, αλλά και αποφασισμένη να μην παραιτηθώ εύκολα. Αμφιταλαντεύτηκε για μια στιγμή, ύστερα χαμογέλασε, με πήρε από το μπράτσο και με οδήγησε στο φουαγιέ. Ζήτησε πολύ ευγενικά (μια λέξη με όλα της τα παράγωγα, που δύσκολα θα μπορούσε να παρακάμψει κανείς μιλώντας για τον Ντασσέν) έναν ελληνικό καφέ και… «Χόλιγουντ». «Unfair…» απάντησε χωρίς να διστάσει. «Φυλακή. Αλλά δεν είναι απόλυτη αλήθεια. Υπάρχουν πολύ καλές και δημιουργικές στιγμές και πολλή φιλία. Υπάρχει διαφθορά, κάτι που θυμίζει κόλαση. Αλλά και πολλοί ταλαντούχοι άνθρωποι, ανήσυχα πνεύματα…». Ακολουθεί μια αλυσίδα ονομάτων. Για όλους έχει κάτι να πει: — Τζόαν Κρόφορντ; — Παιδί σε αδιέξοδο. — Τζον Γουέιν; — Πειθαρχημένος, διακριτικός. — Αβα Γκάρντνερ; — Εχω μια πολύ τρυφερή ανάμνηση από αυτήν. Ηταν τραγικό πρόσωπο. Αναζητούσε πάντα την τέλεια αγάπη, αλλά ποτέ δεν τη βρήκε… Παρέλαση αστέρων, η ζωή του συντίθεται μέσα από σύντομες αφηγήσεις. Για τον Ρίτσαρντ Μπάρτον, τον Λόρενς Ολίβιε, τον Ιβ Μοντάν, τη Σιμόν Σινιορέ… — Μελίνα Μερκούρη; — Τόσα πολλά και τόσο πολύ… Με στενοχωρεί πάντα το γεγονός ότι άφησε το θέατρο. Επέλεξε, βέβαια, τη ζωή που ήθελε. Πρέπει να το δεχθώ. Αλλά άφησε το θέατρο τη στιγμή που βρισκόταν, πραγματικά, στο απόγειο της καριέρας της, όπως στη Μήδεια με τον Βολανάκη. Τώρα είναι αλλού. Λυπάμαι γι’ αυτό. — Ζυλ Ντασσέν; — Γεια σας! Και σας ευχαριστώ! Είχε τον τρόπο του να ορίζει το τέλος της συζήτησης. Αδιαμφισβήτητο, στιβαρό και την ίδια στιγμή τρυφερό και ανθρώπινο, με απόλυτο σεβασμό στον συνομιλητή του. Μια δεκαετία μετά... Δέκα χρόνια, περίπου, αργότερα (το 2002), στο σπίτι τής Αθηναίων Εφήβων. Χωρίς τη Μελίνα. Με υποδέχθηκε η Αγγελική, πιστή οικονόμος επί έτη, η οποία και παρέλαβε την ανθοδέσμη που προόριζα για τον Ντασσέν. Η μέρα βροχερή, η συνέντευξη σε ένα γραφείο–δώμα, γεμάτο βιβλία. Μια αδιόρατη μελαγχολία, μέσα κι έξω. Η Μελίνα που έλειπε; Ο χρόνος που περνούσε; Κάτι παρέμενε αναλλοίωτο. Τα μάτια. Εκείνη η λάμψη που αντιφέγγιζε την καθαρότητα του παιδιού μαζί με τη σύνεση του ώριμου άντρα. Αντιγράφω τον πρόλογο του δημοσιευμένου κειμένου: «Οταν κάποιος ανοίγει την πόρτα του στην Αθήνα ένα πρωινό του 1967 και βρίσκει τον Μάρλον Μπράντο να κοιμάται στο κατώφλι του, διεκδικώντας ρόλο στην καινούργια του ταινία, σίγουρα δεν είναι απλώς ένας διάσημος σκηνοθέτης. Ή όταν κάποιος ανακαλεί και σχολιάζει με απόλυτη οικειότητα τον χαρακτήρα του Μπρεχτ (“δύσκολος άνθρωπος, λαμπρός ποιητής, καλύτερος ποιητής από θεατρικός συγγραφέας και μοναδικός κλέφτης ιδεών”) σίγουρα δεν είναι απλώς ένας προνομιούχος συνδαιτυμόνας. Οταν, δε, δηλώνει στα 92 του χρόνια ότι “θα ήθελε να σκοτώσει τον Σαρόν” δεν είναι, απλώς, ένας φιλειρηνιστής Εβραίος ή ένας επικίνδυνος τρομοκράτης». Ο Ντασσέν, όσο ήσυχος και μειλίχιος εμφανιζόταν, τόσο ανυποχώρητος και σθεναρός ήταν όταν υποστήριζε τις απόψεις του. Το βιογραφικό του είναι γεμάτο από ανάλογα δείγματα. «Ησαστε πολύ νέος, στο ξεκίνημά σας στο Χόλιγουντ, όταν είπατε “Fuck you!” στον Σέλζνικ (σ.σ. Ντέιβιντ Ο’ Σέλζνικ, μυθικός παραγωγός)», του είχαμε θυμίσει. «Από τότε το ξανάπα και... σε άλλες περιπτώσεις!» απάντησε. «Ξέρετε όμως γιατί το είπα στον Σέλζνικ; Είχα ήδη γυρίσει κάποιες μικρές ταινίες, όχι τίποτα σπουδαίο... Ενα πρωινό μπήκα στο κτίριο της MGM και βλέπω να τρέχουν προς το μέρος μου κάποιοι για να μου ανακοινώσουν: “Ο Σέλζνικ θέλει να σε δει”. Ηταν η εποχή λίγο μετά το “Οσα παίρνει ο άνεμος” και ο Σέλζνικ ήταν έξω φρενών με την προβολή που είχε ο σκηνοθέτης της ταινίας, ο Βίκτορ Φλέμινγκ, αντί για τον ίδιο. “Θέλω να κάνεις μια ταινία” μου είπε. “Μπορώ να διαβάσω το σενάριο;” ρώτησα. Εξερράγη. “Ξέρεις γιατί θέλω να γυρίσεις την ταινία; Για να σου αποδείξω ότι ο σκηνοθέτης είναι ένα τίποτα”. Και τότε του απάντησα “Fuck you!”». Μιλούσε σιγανόφωνα, δίνοντας έναν τόνο εμπιστευτικό και οικείο στην κουβέντα. Προς το τέλος, αναφέρθηκε στο «μεγάλο ανεκπλήρωτο της ζωής του»: «Δεν μπόρεσα να ασχοληθώ όσο θα ήθελα με το ντοκιμαντέρ, ό,τι καλύτερο για έναν κινηματογραφιστή». Στο εύλογο «γιατί», απλώς σιγοτραγούδησε: «Πήραμε τη ζωή μας λάθος...». Με συνόδευσε ώς την έξοδο. Στάθηκε για λίγο στο κεφαλόσκαλο. Ψιλόβρεχε. Στράφηκα για έναν τελευταίο αποχαιρετισμό. Χαμογελούσε.
|