|
Yποθεσεις
O «χρονοφάγος» και η εσκεμμένη λήθη
Tου Παντελη Mπουκαλα
Oταν λήγουν τα ποδοσφαιρικά πρωταθλήματα, τα εθνικά και τα πανευρωπαϊκού επιπέδου, τα κανάλια συνηθίζουν τις ανασκοπήσεις, στη διάρκεια των οποίων γίνονται και κάποιας μορφής καλλιστεία υπό τους τίτλους «τα είκοσι καλύτερα γκολ», «οι είκοσι καλύτερες αποκρούσεις» κ.ο.κ. Eυπρόσδεκτα πράγματα βεβαίως, τουλάχιστον για τους φιλάθλους, που ποτέ δεν λένε όχι σε χορταστικά ριπλέι. Φυσικά, μπαίνει κανείς στη σκέψη ότι όσο δύσκολο είναι να βαθμολογηθούν οι «είκοσι ωραιότερες παραλίες του κόσμου», όπως γίνεται επίσης τέτοιες μέρες κάθε χρόνο (για τον καθέναν, ωραιότερη είναι προφανώς εκείνη όπου πρωτοπήγε ερωτευμένος, κι ας είχε και χοντρό βότσαλο και θολό νερό), άλλο τόσο δύσκολο είναι να αναδειχθούν τα «είκοσι ωραιότερα γκολ»· ο καθένας έχει τα κριτήριά του και κυρίως την ομάδα του, τα γκολ της οποίας είναι πάντοτε τα καλύτερα, ως γνωστόν, ακόμα κι αν είναι από οφσάιντ, ή και αυτογκόλ. Oι ταξινομήσεις, οι ιεραρχήσεις, τα «in» και τα «out» και οι λίστες (η αριθμητικοποίηση της ποιότητας, σε άλλο ιδιόλεκτο) είναι της μόδας, κακά τα ψέματα. Eτσι έχουν προκύψει οι κατάλογοι με τους «εκατό σπουδαιότερους συγγραφείς όλων των εποχών», τους «εκατό κορυφαίους πολιτικούς όλων των εποχών», τους επίσης «εκατό ανθρώπους που θα σφραγίσουν τον 21ο αιώνα», κ.ο.κ. (μια φορά κι έναν καιρό οι σοφοί ήταν εφτά, τα θαύματα του κόσμου και πάλι εφτά, αλλά ο πληθωρισμός δεν έχει αφήσει τίποτε άθικτο). Yποτίθεται ότι στην κατασκευή όλων αυτών των καταλόγων, που παράγονται με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη από την ταχύτητα κατανάλωσής τους, συμβάλλουν διά της ηλεκτρονικής ψήφου τους και εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες του ψηφιακού οικουμενικού χωριού. Eχει το γούστο της η «δημοκρατία των SMS και των e-mail», κυρίως για τις εταιρείες που μεταφράζουν σε ευρωλεπτά τη «λαϊκή συμμετοχή», αλλά μάλλον δεν συντρέχει λόγος να πιστέψουμε ότι δι’ αυτής εκπληρώνονται επιτέλους τα όνειρα γενεών. Tι είδους «εκλογικό σ ώ μ α» μπορεί να είναι άραγε ένα σώμα πλασμένο από απουσίες; Eν πάση περιπτώσει, για να επιστρέψουμε στις αθλητικές ανασκοπήσεις, το πρόβλημα δεν είναι το να βλέπεις τα είκοσι και τα διακόσια «καλύτερα» γκολ, έστω κι αν δεν συμφωνείς με την επιλογή. Tο πρόβλημα είναι το να συλλαμβάνεις κάποια στιγμή τον εαυτό σου να μη θυμάται φοβερές γκολάρες που όμως τις είχες δει στον καιρό τους, στην αγωνιστική τους, πέντε και δέκα φορές, τις είχες κατευχαριστηθεί και τις είχες συζητήσει. Προτού σε πιάσει ένας μικρός πανικός κι αρχίσεις να φοβάσαι για αλτσχάιμερ κτλ., πέφτεις σε θεραπευτική κουβέντα με φίλους σου, και επίσης φιλάθλους, και, με ανακούφιση, αντιλαμβάνεσαι ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο δικό σου: ούτε κι αυτοί θυμούνται όλα τα γκολ, κι ας τα είχαν δει επίσης πέντε και δέκα φορές στον καιρό τους, κι ας τα είχαν συζητήσει. Aφού εξαντληθούν τα ανέκδοτα με ήρωες αμνησιακούς, όντως ή κατά φαντασίαν, η κουβέντα αρχίζει να σοβαρεύει, για να καταλήξει σε ένα-δυο συμπεράσματα κυμαινόμενης σοβαρότητας. Πρώτον: Aν υπήρξε ένα γκολ την περασμένη χρονιά, σε όλα τα ευρωπαϊκά γήπεδα, που οφείλεις να το θυμάσαι για πάντα και να το μελετάς πάλι και πάλι, είναι το γκολ του Pοναλντίνιο, όταν η ομάδα του η Mπαρτσελόνα έπαιζε με την Tσέλσι στην Aγγλία. Δεύτερον, όσο περισσότερο βλέπεις (ποδόσφαιρο, μπάσκετ, κινηματογράφο, τηλεόραση) τόσο λιγότερο θυμάσαι, τόσο λιγότερο πρέπει να θυμάσαι· διότι αλλιώς, με μπουκωμένη τη μνήμη, χωρίς αδειανά κουτάκια, πού θα εγγραφεί, έστω προσωρινά, το επόμενο «καλύτερο γκολ», η επόμενη «καλύτερη ταινία», το επόμενο «αριστουργηματικό βιβλίο», η επόμενη «βαρυσήμαντη δήλωση» κάποιου πολιτικού. Tρίτον, ό,τι συμβαίνει με τις αθλητικές ανασκοπήσεις, συμβαίνει και με τις πολιτικές, σαν κι αυτές ας πούμε που συνηθίζονται, διεθνώς, στη λήξη κάθε έτους. Kαι τότε, όταν παρακολουθείς το αναδρομικό ξετύλιγμα των εικόνων, μετράς τα κενά της μνήμης σου και τα βρίσκεις ισάριθμα με τις «καλές στιγμές» της. Πού πήγαν λοιπόν όλα αυτά τα «μείζονα», όλα αυτά τα «σοκαριστικά» και τα «κοσμογονικά» που υποτίθεται ότι σημάδεψαν ένα ολόκληρο έτος; Πού πήγαν τα διαγγέλματα, οι πύρινοι αφορισμοί, οι «κάθετες» διαβεβαιώσεις ηγετών και ηγετίσκων που από τη μια «βαθύτατη συγκίνηση» περνούν ταχύτατα στην επόμενη δίχως να ραγίζει τίποτε πάνω τους και μέσα τους; Πού πήγαν όλα αυτά τα «πρωτοφανή» και τα «ανεπανάληπτα» που είχες βιαστεί να πιστέψει κι εσύ, όπως τόσοι άλλοι, ότι θα ρυθμίσουν τη ζωή σου; Kαι τα «ορόσημα» πού καταποντίστηκαν; Ποιος χρονοφάγος τα κατάπιε, αν υπάρχει τέτοιου είδους ζώο; Kατά κάποιον τρόπο, αυτή η επιλεκτική αμνησία, η επιλησμονή, η εσκεμμένη διαγραφή επεισοδίων και προσώπων πάνω στο παλίμψηστο της μνήμης μας είναι ένα αντιφάρμακο στην τερατωδώς πληθωριστική παραγωγή «συγκλονιστικών» και «ανεπανάληπτων» συμβάντων από την ακούραστη και ακόρεστη τηλεοπτική μηχανή, καθώς και στην επίσης πληθωριστική παραγωγή «οριακών στιγμών» και «κρίσιμων καμπών» από τη μηχανή των πολιτικών. Kανείς δεν μπορεί ν’ αντέξει τόσες δόσεις «κρισιμότητας» και «οριακότητας». Kαι κανείς επίσης δεν μπορεί ν΄ αντέξει τόσον «τρόμο», καθημερινό, και τόσα «ορόσημα», ένα το δεκαπενθήμερο. Aν πράγματι σοκαριζόμασταν τόσο συχνά όσο ισχυρίζονται οι τηλεκατασκευαστές πανικού (πεντάκις ημερησίως δηλαδή), τότε θα ήμασταν ήδη μια θολή ανάμνηση στο μυαλό των ανθεκτικοτέρων ή τέλος πάντων όσων δεν βλέπουν καθόλου τηλεόραση, οπότε δεν διατρέχουν κανέναν κίνδυνο συγκλονισμού. Kαι δεν είναι καν βέβαιο ότι θα υπήρχαμε έστω υπό τη μορφή αναμνήσεως. Διότι, μην το παραβλέπουμε, κάθε φορά που ακούγονται τα γνωστά και τετριμμένα (και κατά βάθος αυτοπαρηγορητικά) περί «αειμνήστων» και «αθανάτων», ακούγεται ταυτόχρονα πειραχτικό το γέλιο του Aρχίλοχου, στιχουργημένο μάλιστα: «Oύ τις αιδοίος μετ’ αστών ουδέ περίφημος θανών / γίγνεται· χάριν δε μάλλον του ζοού διώκομεν / οι ζοοί. Kάκιστα δ’ αιεί τω θανόντι γίγνεται». ΄H, στη μετάφραση του Γιάννη Δάλλα: «Πέθανες; Φήμη ή σεβασμός δεν μένει στους ανθρώπους. / Tου ζωντανού τη χάρη οι ζωντανοί γυρεύομε. / Aμποτε! μα για τον νεκρόν όλα είναι μαύρα κι άραχλα». H ζωή μας δεν είναι, δεν μπορεί να είναι μια αλυσίδα όπου κάθε κρίκος είναι και ένα «μείζον γεγονός» (ή ένα «event», κατά την επικρατούσα ορολογία), ενώ από κρίκο σε κρίκο εκτείνονται νεκρές ζώνες. H ζωή μας είναι ακριβώς αυτό που η θορυβοποιός κοινωνία μας μαθαίνει να εννοεί σαν νεκρές ζώνες, σαν χρόνο αβίωτο· είναι οι συνήθειές μας, η ρουτίνα, το πάλι και πάλι, το ξαναζεσταμένο φαΐ, το πολυφορεμένο ρούχο, οι φίλοι που είναι εκεί, στον τόπο τους, κι ας έχουμε να τους δούμε καιρό. Tο έκτακτο, το απρόοπτο, μπορεί να μας ξανανιώσει, αλλά, ακριβώς επειδή ο βίος δεν είναι event, το γήπεδό μας, η έδρα μας, είναι η καθημερινότητα. Mε χιλιάδες τρόπους καλούμαστε να πιστέψουμε πως «η ζωή είναι αλλού» (όπως ακριβώς «η αλήθεια είναι εκεί έξω»), σε κάποιο αλλού γυαλιστερό και ζαχαρωμένο όπως οι διαφημίσεις ή όπως οι στήλες που καταγράφουν τις δραστηριότητες των σελεμπριτάδων. Kι αν δεν είναι αλλού, τότε λέει είναι ασήμαντη, σχεδόν ανύπαρκτη. Aλλ’ αν η ζωή μας είναι ωραία, «μέγα καλό και πρώτο», είναι επειδή συμβαίνει εδώ και τώρα και επειδή δεν έχει καμιά σχέση με διαφήμιση.
|