|
Ο έρωτας, η μοναξιά και ο θάνατος στην ελληνική επαρχία
Το πρώτο μυθιστόρημα της Στ. Γκαλινίκη γεμάτο χρώματα, αρώματα και μουσικές, που αντιπαλεύουν το πανίσχυρο σκοτάδι
Της Τιτικας Δημητρουλια
Στυλιανα Γκαλινικη Oλα πάνε ρολόι (ή σχεδόν) εκδ. Μελάνι
Ειρωνικός ο τίτλος στο πρώτο μυθιστόρημα της Στυλιάνας Γκαλινίκη. Στη μικρή Σεωρή, Σεωρή, όπως λέμε ήρωες από την ανάποδη, κυριολεκτικά, ένα χωριό της ελληνικής επαρχίας που θέλει να γίνει κοινότητα και δεν αγαπάει τους ξένους. Ολα πάνε ρολόι. Διότι κανείς δεν δίνει δικαιώματα. Ολα είναι υπό έλεγχο, όλα τα μυστικά καλά κρυμμένα, οι φόβοι, τα απωθημένα, οι ζήλιες, οι πίκρες, οι ενοχές, τα πένθη. Εως ότου έρχεται μια γυναίκα πιο αλλιώτικη από όλα αλλιώτικα, η οποία διαβάζει μες στις ψυχές τους το κενό της αβίωτης ζωής, που δεν έχει συνείδηση του θαύματος που συνιστά η ανάσα, το βλέμμα, ειδικά όταν αγκαλιάζει την ομορφιά και τον άλλον. Πρόκειται για μια γυναίκα–τόπο, εκκίνηση και προορισμό, με το εξωτικό όνομα Αλγερία, που το φαρμάκι της κοινότητας τη βαφτίζει Αλλεργία και την καταδικάζει στο πυρ το εξώτερον πολύ πριν βρεθεί αγκαλιασμένη με τον καλό της σε ένα φέρετρο πιο κόκκινο από τα κόκκινα. Η μελαψή Αλγερία, που έχει γυρίσει σε ένα σωρό χώρες και τις έχει κλείσει στη ματιά της, τις ζωγραφίζει στους τοίχους του σπιτιού της και τις καταγράφει στο πανωφόρι της, ερωτεύεται τον Μηνά, έναν άντρα που δεν ταξίδεψε και βρισκόταν πάντα απέναντι στις επιθυμίες του και όχι μέσα τους. Θα κάνουν μια κόρη, τη Ρόρη, οι τρεις μαζί θα φτιάχνουν το Δέντρο της ζωής, θα απολαμβάνουν νοστιμότατες χαρτόπιτες, θα παίζουν με τις λέξεις και θα ταξιδεύουν με βιβλία αλλά και έξω από αυτά, στις μεγάλες πόλεις, θα χορεύουν με ζαλιστικές μουσικές και θα χαίρονται στους γάμους των τσιγγάνων. Ως τη στιγμή που η Αλγερία θα αρρωστήσει και θα ζητήσει να πεθάνει με έρωτα. Και ο άντρας της θα σεβαστεί τη θέλησή της πριν αυτοκτονήσει. Και η μικρή Ρόρη, μαθημένη στη μοναξιά του χωριού που την απέρριπτε, θα βρεθεί πραγματικά ολομόναχη: το αγκάλιασμα των γονιών της, πέρα από τη ζωή και τον θάνατο, πέρα από το καλό και το κακό, την αποκλείει και την καταδικάζει (ή μήπως με κάποιο τρόπο την ευλογεί;) να φτιάξει έναν καταδικό της κόσμο. Θα ζήσει με το θείο της, τον Ολυμπο, θα αγαπά τους άχρηστους ανθρώπους και θα κοιτάζει τον κόσμο πίσω από μια κάμερα, για να μην τον κοιτάζει με τα μάτια της. Με τον χρόνο ορισμένα ρητά, με χρονολογίες και εποχές, να αντισταθμίζει το απροσδιόριστο και τόσο οικείο του τόπου, η Γκαλινίκη αφηγείται ιστορίες σαν παραμύθια χωρίς χάπι-εντ, γεμάτα ζωντανούς–νεκρούς, καλούς και κακούς, αλλά και άλλους που επιμένουν να αντιστέκονται, να παλεύουν για τη ζωή και την ομορφιά, μέσα από τον πόνο, την απώλεια, την ασχήμια. Οπως ο καλός παπα-Τρακ ή Πατατράκ που συγκατοικεί με τον Θεό, έναν Θεό γέρο και τεμπέλη, που όλο βήχει γιατί ξεθεώθηκε όταν φύσηξε τα πήλινα και χαζεύει το χιόνι ή βάζει χέρι στο βάζο με την πάπρικα, και με τον οποίο ο παπάς τσακώνεται συνέχεια. Ενώ ο εξίσου καλός γιατρός, δεν άντεξε, ούτε τα λόγια ούτε τα έργα, τις πράξεις μίσους, παραφροσύνης, τα έργα της καταστροφής, από τις βρισιές, τις φτυσιές και τις κατάρες ώς το ξεθεμέλιωμα του ισπανικού σπιτιού, έργα εκδίκησης για το μέσα που έρχεται έξω, για την ομορφιά που φωτίζει τη δυσμορφία, έργα φθόνου που βοηθάνε στην κατ’ επίφαση γαλήνευση: ο Αλλος, το Κακό, εξαλείφεται, όλα πάνε ρολόι ξανά – ή ποτέ ξανά, ή μήπως μένει πάντα αυτό το σχεδόν, παρηγοριά και ελπίδα; Σύνθετη κατασκευή, με πολλαπλές κορυφώσεις και προοδευτικές αποκαλύψεις που του προσδίδουν σασπένς, με τις ιστορίες των πολλών προσώπων του να μπλέκονται μεταξύ τους και να συμπληρώνονται αργά και μελετημένα, σαν παζλ, το μυθιστόρημα της Γκαλινίκης θέτει την τεχνική του αρτιότητα στην υπηρεσία μιας συναρπαστικής αφήγησης, πλημμυρισμένο καθώς είναι χρώματα, αρώματα και μουσικές, που αντιπαλεύουν το πανίσχυρο σκοτάδι. Υμνεί τη ζωή που όσο και να θέλει δεν μπορεί να αγνοεί τον θάνατο, που επιμένει να τη σφραγίζει, ούτε τη μοναξιά που ακολουθάει τον άνθρωπο βήμα βήμα. Οι λέξεις του είναι ξεδιαλεγμένες με προσοχή, ξεκουκισμένες, να ταιριάζουν με τα πρόσωπα, ενώ ψιλοκουβεντιάζουν για την ίδια τη δύναμή τους να υφαίνουν τέχνη όσο και ζωή, πότε απαλές και πότε κοφτερές σαν ξυράφι. Λέξεις πολιτικές, που σηκώνουν με φυσικότητα το μεταφυσικό τους βάρος και την υπαρξιακή τους διερώτηση, που μιλούν για τους δικούς μας άλλους, τους γύφτους, τους τσιγγάνους, για τους καθημερινούς άλλους, τους διαφορετικούς, με ισχυρή άποψη, με προφανή θεωρητική σκευή που επιτρέπει όμως στο κείμενο να ανασαίνει στον δικό του ρυθμό, χωρίς διδακτισμούς και εξωκειμενικές στοχεύσεις. Ενα κείμενο που σε άλλους θα θυμίσει Αλμοδόβαρ και Τόνι Γκάτλιφ, σε άλλους Ζυράννα Ζατέλη, αλλά σε κάθε περίπτωση έχει το δικό του εκτόπισμα ήδη στη νεότερη πεζογραφία μας, καθώς η συγγραφέας του έχει κατακτήσει μονομιάς την ιδιαίτερη φωνή της. Ενα κείμενο που θα είχε σίγουρα μεγάλη επιτυχία και εκτός των συνόρων, επειδή ακριβώς η ελληνικότητά του, διευρυμένη από τη δεξιοτεχνική ανοικείωση, γίνεται οικουμενική, σε ένα κυριολεκτικά συναρπαστικό ανάγνωσμα.
|