|
«Θεία Κωμωδία» κατά Καστελούτσι
Πρεμιέρα για το Φεστιβάλ Αθηνών με δύο ποιητικές ενότητες στις σκηνές της Πειραιώς 260
Της Μαριας Kατσουνακη
ΕΝΑΡΞΗ. Η Kόλαση: ένας κρανίου τόπος στα έγκατα της γης όπου οι αμαρτωλοί βράζουν στο αίμα τους ή το απόλυτο κενό, το ορατό σκοτάδι, η σιωπή που κραυγάζει, η απουσία του Θεού; Ο Ρομέο Καστελούτσι επέλεξε τη δεύτερη εκδοχή, προχωρώντας ακόμη περισσότερο σε ένα θέαμα «μεταγλωσσικό», ιδιότυπα εικαστικό, σε έναν κόσμο φτιαγμένο όχι από λέξεις αλλά από ήχους, κινήσεις, αισθήσεις. Η δική του Κόλαση δεν είναι συνδεδεμένη με το Κακό ή με τον Εωσφόρο. Ο Αντι Γουόρχολ κυκλοφορεί με μια πολαρόιντ, μοναχικά, αμέτοχα, σχεδόν αντιστικτικά. «Είναι ο καλλιτέχνης που είδε την κόλαση της εποχής μας στην επιφάνεια των πραγμάτων», κατά τον Καστελούτσι. Συμβολίζει την αδυναμία του καλλιτέχνη να αναπαραστήσει την πραγματικότητα. Μόνο τη φωτογραφίζει… Προχθές το βράδυ, η έναρξη του Φεστιβάλ Αθηνών στην Πειραιώς 260, συνδύαζε μια παράσταση που βασίζεται αποκλειστικά στην εικόνα, με το αφιέρωμα στον ποιητικό λόγο του Ρίτσου. Από τη μία, καθόλου, σχεδόν, λέξεις. Από την άλλη, μόνο, σχεδόν, λέξεις. Ο Καστελούτσι και η ομάδα του Σοτσίετας Ραφαέλο Σάντσιο (ιδρύθηκε το 1981) φέρνουν την τριλογία της «Θείας Κωμωδίας» εμπνευσμένη από τον Δάντη. Μακριά από στερεότυπα, εικονογραφίες, μεταμοντέρνες εκδοχές κλασικών κειμένων. Το πρώτο μέρος που παρακολουθήσαμε προχθές είναι μια «εξαρχής» θεατρική εμπειρία. Τον θεατή υποδέχεται η λέξη INFERNO, γραμμένο ανάστροφα με μεγάλες, από νέον κατασκευές, που κυριαρχούν στη σκηνή. Ενα πανδαιμόνιο από ήχους ηλεκτρικών εκκενώσεων συνοδεύει τα πρώτα λεπτά μέχρι την έναρξη της παράστασης. Οταν τα γράμματα απομακρύνονται εμφανίζονται δέκα λυκόσκυλα, συνοδευόμενα από τους εκπαιδευτές τους. Η πρώτη σκηνή της Θείας Κωμωδίας: ο Δάντης μόνος στο δάσος, φοβισμένος, δέχεται την επίθεση άγριων ζώων. Ο Καστελούτσι φοράει μια ειδική στολή και τρία σκυλιά (όπως το τρικέφαλο τέρας της Κολάσεως) ορμούν να τον κατασπαράξουν. Η σκοτεινή, βιομηχανική σκηνή της Πειραιώς 260, «γεμίζει» από τους φόβους, τις αγωνίες αλλά και τη βαθιά τρυφερότητα του Καστελούτσι και της ομάδας του. Ενα παιδί κυριαρχεί με ένα τόπι, ένας γυάλινος παιδότοπος γεμάτος μικρά παιδιά που παίζουν ανέμελα. Τα διαδέχεται ένα πολύμορφο και πολύχρωμο πλήθος, που κάνει τελετουργική είσοδο. Ενα ανθρώπινο ποτάμι, εισάγει μια αίσθηση κινδύνου αλλά και ανάγκης για επαφή, για επικοινωνία: συναντήσεις, αγγίγματα, εναλλάσσονται με χωρισμούς, αλλεπάλληλους φόνους, διαδοχικές πτώσεις στο κενό… Μία μόνο φράση: «Πού είσαι; Σε ικετεύω…». Σαν οδοιπόροι του Αλλου κόσμου, «εξιστορούν», χορογραφούν για την ακρίβεια, τα βάσανά τους. Ενα πιάνο τυλίγεται στις φλόγες, μνημόσυνο στους ηθοποιούς της Σοτσίετας «που δεν είναι πια ανάμεσά μας». Ο Καστελούτσι ακολουθεί τον αναγεννησιακό Μποτιτσέλι, στον τρόπο που ο ζωγράφος αποτύπωσε τη Θεία Κωμωδία. Για τον Μποτιτσέλι η Κόλαση είναι ένας σίφουνας που τρυπά τη γη. Οι κύκλοι της, επάλληλοι, σαν μπαλκόνια θεάτρου απ’ όπου γκρεμίζονται μικροσκοπικές φιγούρες, κατρακυλώντας ίσια κάτω προς τα τάρταρα, τον αιώνιο χειμώνα. Οι άνθρωποι - οδοιπόροι χάνονται σαν πλατωνικές σκιές πίσω από τα παράθυρα. Ενα λευκό άλογο κάνει την εμφάνισή του. Κόκκινο χρώμα, βάφει τη ράχη του. Το κόκκινο είναι το χρώμα του φινάλε. Ο Καστελούτσι μάς προτείνει έναν άλλο τόπο, έναν παράλληλο κόσμο. Στεκόμαστε γοητευμένοι, αμήχανοι, διστακτικοί.
|