|
Γλυκόπικρες και σκληρές όψεις της ελληνικής επαρχίας
Της Μαριας Κατσουνακη
ΚΡΙΤΙΚΗ. Η ανάσα του Σταύρου Τσιώλη είναι αισθητή στην «Καντίνα» (**1/2). Ο σκηνοθέτης Σταύρος Καπλανίδης ακολουθεί μια πιο ρεαλιστική γραμμή κινηματογραφικά, στην απόδοση του χιούμορ και στη σκιαγράφηση των χαρακτήρων, αποφεύγοντας την γκροτέσκα οπτική του σεναριογράφου του. Αλλά όσο και να αποκλίνει η σκηνοθεσία, το σενάριο έχει ισχυρό αποτύπωμα. Η συνεργασία των δύο (Καπλανίδη - Τσιώλη) βρίσκει την ισορροπία της σε μια γλυκόπικρη εκδοχή της ζωής, μελαγχολική και αστεία, ευαίσθητη και κωμικοτραγική. Μια συρραφή από μικρογεγονότα ρυθμίζει το 24ωρο μιας υπαίθριας καντίνας, που είναι στημένη στην άκρη ενός παλιού παραλιακού εθνικού δρόμου. Πλαστικές καρέκλες, πολύχρωμα λαμπάκια, μια μικρή ψησταριά, ένα ψυγείο με αναψυκτικά συνθέτουν την κινητή περιουσία του νεαρού ιδιοκτήτη, που τη μοιράζεται με τον κατά πολύ νεότερο, μαφιόζο, εραστή της μητέρας του. Ο Φίλιππος και ο Ναθαναήλ είναι εκδοχές του αγαθού και του κακομαθημένου μάλλον παρά του καλού και του κακού. Οι δύο κεντρικοί ήρωες πλαισιώνονται από καλοδουλεμένους σεναριακά χαρακτήρες που, με σύντομα ή μεγαλύτερης διάρκειας περάσματα, δίνουν την εικόνα μιας κοινωνίας στο μεταίχμιο παρανομίας και νομιμότητας. Μικροκομπίνες με άποψη και οργανωτική επάρκεια, μελαγχολικές και άτυχες γυναίκες, ακατέργαστα στην πλειονότητά τους αρσενικά. Μια ταινία που βλέπει τις αδυναμίες των ανθρώπων με χαμόγελο, χωρίς όμως να τις προσπερνά, υποστηρίζεται από τις πολύ καλές ερμηνείες όλων σχεδόν των ηθοποιών (Αλεξ. Λογοθέτης, Σήφης Πολυζωίδης, Ερρ. Λίτσης, Μ. Ζορμπά, Ελ. Γεροφωκά, Στ. Καπετανίδη). Πριν από τρία χρόνια ο Κίμων Τσακίρης ανέδειξε τη σουρεαλιστική όψη της ελληνικής επαρχίας με το δημοφιλές «Sugartown: οι Γαμπροί». Ο δήμαρχος της Ζαχάρως εμφανιζόταν να κερδίζει ψήφους μέσα από την προεκλογική δέσμευση να «βρει γυναίκες» στους δημότες του και δη «ρωσίδες νύφες». Με το «Sugartown: η επόμενη μέρα» (***1/2) το χαμόγελο κόβεται μαχαίρι. Ο ίδιος δήμαρχος προσπαθεί να κρατήσει το πόστο του πατώντας επί των καμένων. Ο σκηνοθέτης παρακολουθεί την περιοχή δύο χρόνια μετά τις πυρκαγιές του 2007. Η δυσοσμία δεν οφείλεται μόνο στα αποκαΐδια. Οι χαρακτήρες και τα «πάθη» τους εμφανίζονται γυμνά από την κάλυψη που προσφέρει η κανονικότητα. Η εικόνα είναι αμείλικτη και δεν οφείλεται μόνο στο μέγεθος της φυσικής καταστροφής. Ο Κίμων Τσακίρης έχει σαφή άποψη για το θέμα του και το προβάλλει με επιδέξιο μοντάζ που τροφοδοτείται από πλούσιο και αφοπλιστικό στο περιεχόμενό του υλικό - ντοκουμένο. Οι δύο (κατ’ αρχάς) όψεις μιας αφυδατωμένης Ελλάδας που προσπαθεί να βρει τον βηματισμό της ανάμεσα στην ωμή εκμετάλλευση (βαρβαρότητα) και την αυτοθυσία, γενναιότητα και απαντοχή (πολιτισμός). Το ντοκιμαντέρ θέτει το ερώτημα: «για την καταστροφή ευθύνονται η κυβέρνηση και οι τοπικές αρχές ή έχουν ευθύνη και οι πολίτες για τη δυσλειτουργία της δημοκρατίας στην Ελλάδα;». Από την απάντηση εξαρτάται το μέλλον. Προβάλλεται επίσης, εκ νέου, μια παλαιότερη παραγωγή της Λουκίας Ρικάκη, το «Κράτησέ με», ένα σχόλιο πάνω στην απώλεια και τον χειρισμό της.
|