Home | Mobile | Newsletter | E-paper | RSS | Χρήσιμα | English Edition
Βρείτε μας:
Πέμπτη, 17 Mαϊου 2012

              Ημερ. έκδοσης 29/04/2007
Σύνθετη Αναζήτηση | Αρχείο Εκδόσεων  
Επικαιρότητα
Εντυπη
Απόψεις
Αφιερώματα
Ταξίδια
Αγγελίες
Πρώτη Σελίδα
Πολιτική
Ελλάδα
Κόσμος
Οικονομία
Επιχειρήσεις
Διεθνής οικονομία
Πολιτισμός
Αθλητισμός
Μόνιμες στήλες
ΠOΛITIΣMOΣHμερομηνία δημοσίευσης: 29-04-07
Βραβεία: περισσότερα και από τα βιβλία

Η πληθωριστική παραγωγή διακρίσεων μπορεί να διαμορφώσει το λογοτεχνικό γούστο ή να επηρεάσει την αγορά;

Της Ολγας Σελλα

Αυτά τα βραβεία ποιος θα τα πάρει; Πολλά τα βραβεία και οι διακρίσεις, πολλοί οι κρινόμενοι, σχεδόν ισάριθμοι οι κρίνοντες... Τρία λογοτεχνικά περιοδικά προτείνουν τις δικές τους επιτροπές, τις δικές τους επιλογές, τις δικές τους βραβεύσεις, τις δικές τους τελετές απονομής σε νέους, γκλάμουρ ή εναλλακτικούς χώρους, με παρουσιαστές πρόσωπα της τηλεόρασης. Πληθωρισμός ιδιωτικών βραβείων, λοιπόν, δίπλα στον κατάκοπο θεσμό των κρατικών βραβείων – η επιτροπή των οποίων, προς το παρόν, επωάζει τις επιλογές της για το 2005!

Το νεωτεριστικό περιοδικό «Να ένα μήλο», έκοψε πρώτο το νήμα των απονομών την Πρωταπριλιά· το παλαιό, στον χώρο του βιβλίου, «Διαβάζω» την εβδομάδα που πέρασε έκανε τη δέκατη απονομή του, έπειτα από μικρή διακοπή και περίοδο ανασυγκρότησης· το νεαρό «(δε)κατα» κλείνει τον κύκλο στις 14 Μαΐου, βραβεύοντας και ξένη λογοτεχνία, και φιλοδοξώντας να αποτελέσει στο μέλλον το ελληνικό Μπούκερ! Η υπερπαραγωγή βραβείων συνοδεύεται, μάλιστα, και από υπερπροσφορά κριτών, ανάμεσα στους οποίους πλεονάζουν οι συγγραφείς, οι οποίοι καλούνται να κρίνουν και να βραβεύσουν ομοτέχνους τους.

Πρώτο συμπέρασμα από τις ανακοινωμένες μικρές λίστες: απουσιάζουν τα καθιερωμένα ονόματα. Οι κρίνοντες σε κάθε περιοδικό, με αρκετές ταυτίσεις στις επιλογές τους, επέλεξαν νεότερους συγγραφείς, που έχει ήδη υποδεχθεί θετικά η ενεργός κριτική, αλλά οι οποίοι δεν «παίζουν» στα μπεστ σέλερ. Τι σημαίνουν για τη λογοτεχνία αυτά τα (νέα) βραβεία; Λανσάρονται νέα κριτήρια για τον «λογοτεχνικώς ορθόν Κανόνα»; Επηρεάζουν τις επιλογές του κοινού; Δημιουργούν μικρές υποομάδες στο λογοτεχνικό σινάφι; Διαμορφώνουν τις μελλοντικές λίστες των μπεστ σέλερ; Ή μήπως, τελικά, πρόκειται για καινούργιο ανακάτεμα της εκδοτικής και λογοτεχνικής τράπουλας, που προσθέτει «επιχειρήσεις κύρους, ανταγωνισμού και επιδόσεων»; Δύο κριτικοί λογοτεχνίας και δύο φιλόλογοι πανεπιστημιακοί προσεγγίζουν, για λογαριασμό της «Κ», το φαινόμενο του πληθωρισμού των λογοτεχνικών βραβείων, επισημαίνοντας συγκλίσεις και αποκλίσεις των επιτροπών, υπογραμμίζοντας την υποκειμενικότητα των κριτηρίων και αναλύοντας τον ρόλο που παίζει η διάκριση στην εκδοτική αγορά.

Οι κριτικές επιτροπές

- Στο «Να ένα μήλο» μετείχαν όλοι όσοι (νεότεροι ή νεότατοι συγγραφείς οι περισσότεροι) είχαν γράψει έστω και ένα κείμενο σ’ ένα από τα οκτώ τεύχη του περιοδικού. Οικογενειακή υπόθεση.

- Στο «Διαβάζω», δύο είναι οι αμιγείς κριτικοί (Αλέξης Ζήρας και Γιώργος Αράγης) και η επιτροπή συμπληρώνεται από πανεπιστημιακούς και συγγραφείς: Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Αγγέλα Καστρινάκη, Κώστας Κατσουλάρης, Λευτέρης Παπαλεοντίου, Νικήτας Παρίσης.

- Τα «(δε)κατα» επέλεξαν τους εν ενεργεία συγγραφείς όλων των γενεών: Θανάσης Βαλτινός, Κατερίνα Ζαρόκωστα, Αχιλλέας Κυριακίδης, Ντίνος Σιώτης, Χρύσα Σπυροπούλου, Κώστας Ακρίβος, Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Ηλίας Μαγκλίνης, Σοφία Νικολαΐδου, Ερση Σωτηροπούλου.

Πλήρης απόρριψη

Δημήτρης Δημηρούλης / καθηγητής Τμήματος Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου

Οταν γίνεται λόγος, σε δημόσιο βήμα, για τα κάθε είδους λογοτεχνικά βραβεία, η άσκηση της υποκρισίας γίνεται αφόρητη τέχνη ηθικολογίας και διδακτισμού. Συνοπτικά οι «αντιρρήσεις» αναφέρονται στη σύνθεση της κάθε επιτροπής, στην παιδαριώδη υποψία ότι δεν διαβάστηκαν όλα τα υπό κρίση έργα, στην κατά συνθήκη βράβευση ορισμένων συγγραφέων και στην απόρριψη άλλων και στο, ανύπαρκτο συνήθως, «σκεπτικό» της βράβευσης. Για λόγους ασφαλείας προστίθεται συχνά και η επισήμανση ότι η σπουδαία λογοτεχνία δεν έχει ανάγκη τα βραβεία για να υπάρξει.

Πράγματι η λογοτεχνία ως προσωπική πράξη ανάθεσης στη γραφή ενός στοιχήματος για το νόημα του βίου και τον προορισμό του ανθρώπου δεν χρειάζεται τα δεκανίκια της βράβευσης. Από τη στιγμή ωστόσο που η ίδια η λογοτεχνία ως θεσμός κατεβαίνει στο γήπεδο των εκδοτών, των κριτικών, των βιβλιοπαρουσιάσεων, των αναγνωστών και της διαφήμισης, τότε έχει απόλυτη εξάρτηση από τη βράβευση. Κάθε μορφή «αγώνα», από την πιο υψηλή και ευγενή έως την πιο ευτελή και «πειραγμένη», είναι μέρος της δημόσιας διακίνησής της. Γι’ αυτό βλέπουμε ακατάδεχτους συγγραφείς και κριτικούς να «συνωμοτούν» όταν πρόκειται να βραβευτούν, δημοσιογράφους που μονίμως γκρινιάζουν να συμμετέχουν εκθύμως σε επιτροπές, βραβευμένους αιδημόνως να σιωπούν και να «τσεπώνουν» το έπαθλο, απορριφθέντες να λυσσομανούν έως ότου έρθει, στην επετηρίδα, η σειρά τους.

Κάθε κοινωνία έχει τα βραβεία που της αξίζουν, υπό την έννοια ότι έχει τη λογοτεχνία, τα Πανεπιστήμια, τον Τύπο, τα νοσοκομεία και τους δρόμους που της αξίζουν. Συμπέρασμα: ο «αγών» και η βράβευση είναι σύμφυτα, από αμνημονεύτων χρόνων, με το θεσμικό τελετουργικό της λογοτεχνίας. Η μόνη θεμιτή στάση είναι η πλήρης και αδιαπραγμάτευτη απόρριψη του θεσμού. Κάτι τέτοιο σπάνια συμβαίνει γιατί όλοι γνωρίζουν τι σημαίνει να είσαι εκτός παιχνιδιού.

Δεν υπάρχει, δεν μπορεί να υπάρξει, διαφορά ανάμεσα σε «κρατικά» και σε «ιδιωτικά» βραβεία, εκτός αν κανείς πιστεύει στην Ελλάδα ότι η θεραπεία της παθογένειας του κρατικού είναι η «αξιοπιστία» και «διαφάνεια» του ιδιωτικού. Ως εκ τούτου τα βραβεία των τριών περιοδικών είναι εξίσου, αν όχι περισσότερο, «αμαρτωλά». Θέλουν απλώς, δίπλα στον κρατικό θεσμό, να εγκαταστήσουν μικρές λογοτεχνικές βαρονίες. Ονόματα, πράγματα και καταστάσεις είναι όλα γνωστά. Απομένει μόνο το ανακάτεμα της τράπουλας. Ποιο είναι, επομένως, το πρόβλημα;

Συγκλίσεις

Ελισάβετ Κοτζιά - κριτικός λογοτεχνίας

Ως θεσμός διάκρισης, τα λογοτεχνικά βραβεία επιδιώκουν να προσελκύσουν την προσοχή του αναγνωστικού κοινού σε αυτό που προκρίνουν, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα (έστω και σιωπηρά) τα κριτήρια αξιολόγησής τους. Τα λογοτεχνικά βραβεία αποτελούν θεσμούς συλλογικής κριτικής. Οι κρίνοντες κρίνουν τη λογοτεχνική παραγωγή, για να κριθούν εν συνεχεία για τις επιλογές τους. Προκύπτουν κάποια συμπεράσματα από τις προτάσεις των τριών επιτροπών βραβείων των περιοδικών; Οι «βραχείες λίστες» τους περιέλαβαν είκοσι δύο προτάσεις για δεκαπέντε μυθιστορήματα. Η πλειοψηφία των μελών και των τριών επιτροπών συνέπεσαν στα «Χερουβείμ της μοκέτας» της Ελένης Γιαννακάκη, ενώ και οι τρεις απέκλεισαν μυθιστορήματα καθιερωμένων πεζογράφων υψηλής εμπορικής εμβέλειας, όπως «Η απαγωγή της Τασούλας» της Ρέας Γαλανάκη, «Η γυναίκα που πέθανε δυο φορές» του Μάνου Ελευθερίου, «Τα κινέζικα κουτιά» της Σώτης Τριανταφύλλου ή «Ο βασικός μέτοχος» του Πέτρου Μάρκαρη. Η 38μελής επιτροπή του «Να ένα μήλο» συνέπεσε με την 5μελή επιτροπή του περιοδικού «(δε)κατα» μόνο στο «Μανιφέστο της ήττας» της Αντζελας Δημητρακάκη και με την 7μελή επιτροπή του «Διαβάζω» μόνο «Στο μονοπάτι στη θάλασσα» του Αντώνη Σουρούνη. Οι επιτροπές των περιοδικών «(δε)κατα» και «Διαβάζω» συνέπεσαν στη «Θερμοκρασία δωματίου» της Δήμητρας Κολλιάκου, στα «Δώρα του πανικού» του Κοσμά Χαρπαντίδη και στη «Λευκή πετσέτα στο ρινγκ» του Νίκου Δαββέτα. Η εντονότερη σύγκλιση ανάμεσα στις επιτροπές των δύο τελευταίων περιοδικών είναι αναμενόμενη, αν λάβουμε υπόψη μας ότι η 38μελής επιτροπή νέων και πρωτοεμφανιζόμενων του «Να ένα μήλο» περιέλαβε αυτοδικαίως όλους τους συνεργάτες της. Εχουν σημασία οι συμπτώσεις αυτές; Νομίζω πως ναι, σε μια εποχή όπου το αίσθημα σύγχυσης, γύρω από το τι αποτελεί λογοτεχνία, βαίνει αυξανόμενο.

Η κόκκινη κορδέλα

Γιάννης Παπαθεοδώρου - φιλόλογος-πανεπιστημιακός

Ο αναγνώστης που αναζητά λογοτεχνικά βιβλία στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, αντιμετωπίζει, τον τελευταίο καιρό, ένα καινούργιο εκδοτικό «κόσμημα»: την κόκκινη κορδέλα του βραβείου. Μυθιστορήματα, ποιητικές συλλογές αλλά και δοκίμια φόρεσαν την τιμητική τους στολή, όχι μόνο για να μας πληροφορήσουν πως «μόλις κυκλοφόρησαν» αλλά και για να μας εντυπωσιάσουν με τη βράβευσή τους από κρατικούς ή ιδιωτικούς φορείς. Η κόκκινη κορδέλα δεν είναι πλέον η εξαίρεση αλλά ο κανόνας – παραμονεύει ακόμη και στο διαδικτυακό σερφάρισμα των αναγνωστών κάτω από την επιτακτική ένδειξη: «ψηφίστε το καλύτερο βιβλίο κ.λπ.». Παλαιότερα και νεότερα περιοδικά, συγγραφείς, κριτικοί και αναγνώστες της λογοτεχνίας έχουν ήδη επενδύσει στον θεσμό των βραβείων συμμετέχοντας ενεργά, έτσι, σε μια ευρεία και πολυποίκιλη πολιτισμική επιχείρηση κύρους, ανταγωνισμού και επιδόσεων, μέσα στο σύγχρονο λογοτεχνικό τοπίο.

Το φαινόμενο βέβαια δεν είναι ούτε τόσο καινούργιο ούτε τόσο «αθώο», και για αυτό το λόγο θα άξιζε να συζητηθεί με τους όρους μιας ευρύτερης «κοινωνιολογίας της λογοτεχνίας», που θα εστίαζε, με ιστορική προοπτική, στους μηχανισμούς της «διάκρισης» μέσα στην καλλιτεχνική δημιουργία, έτσι όπως αυτοί περιγράφονται αναλυτικά και σε βάθος από τον Πιέρ Μπουρντιέ. Γιατί ας μην ξεχνάμε πως η κόκκινη κορδέλα είναι το σήμα μιας ολόκληρης διαδικασίας που είναι σημαδεμένη από τα ίχνη της αγοράς πάνω στα ίχνη της δημιουργίας: αναφέρεται στην παραγωγή και στη διαχείριση ενός συμβολικού κεφαλαίου, εντός του οποίου διασταυρώνονται και συχνά «συμμορφώνονται» οι κανόνες της τέχνης με τους κανόνες της αγοράς, διεκδικούνται πολιτισμικές αξιώσεις συγκεκριμένων ειδών της λογοτεχνικής γραφής, και κατοχυρώνεται θεσμικά η θέση των συγγραφέων μέσα στην ιεραρχία του λογοτεχνικού πεδίου. Με άλλα λόγια, η κόκκινη κορδέλα των βραβείων μακράν απέχει από την ουδέτερη έκφραση ενός συγκεκριμένου φιλολογικού γούστου – αποτελεί κομμάτι της εξάρτησης, της προσάρτησης ή ακόμη και της καθυπόταξης της αισθητικής παραγωγής στο πεδίο της εξουσίας και της αγοράς.

Τίποτε από όλα αυτά, ωστόσο, δεν είναι τόσο ανησυχητικό όσο η έλλειψη δημοσίου διαλόγου για αυτή τη «λογοτεχνία των επιδόσεων», για τα κριτήρια των βραβεύσεων, για τη διαμεσολάβηση της λογοτεχνικής κριτικής και τη μετατροπή της σε «βασικό μέτοχο» του χρηματιστηρίου των τρεχουσών αισθητικών αξιών. Στον τόπο μας, τα βραβεία ενισχύουν δυστυχώς τον διανοητικό ακρωτηριασμό της κριτικής και της ανάγνωσης, εξαντλώντας τον ρόλο τους σε κάποιες εξισορροπητικές κινήσεις ή σε λογοτεχνικούς καυγάδες που φουντώνουν ασύμμετρα μέσα στον μικρόκοσμο της «πιάτσας». Στον δημόσιο διάλογο, όλα φαίνονται να αρχίζουν και να τελειώνουν με εκείνο το παλιό «παραπολιτικό» σχόλιο που γράφτηκε για τον Ξενόπουλο, όταν έχασε το βραβείο από τον Γρυπάρη: «λύσσαξες για να το πάρεις... μα στο πήρε ο Γρυπάρης»! Τα βραβεία, ωστόσο, υπερβαίνουν την ηθική αγανάκτηση νικητών και νικημένων, για να γίνουν το προνομιακό πεδίο συνάντησης υλικών και συμβολικών κερδών. Σε μια τέτοια κατεύθυνση, η πολιτισμική τους νομιμοποίηση δεν είναι καθόλου «φυσική» και καθόλου αυτονόητη. Κι επειδή βέβαια δεν χρειάζεται να αντικαταστήσουμε τις κόκκινες εορταστικές κορδέλες με τις μαύρες κορδέλες του πένθους για τη δήθεν χαμένη τιμή της λογοτεχνίας και της κριτικής, ας συνεχίσουμε να μιλάμε, όσο μπορούμε περισσότερο, για τα καλά βιβλία, πέρα από τους μηχανισμούς της «διάκρισης».

Το υποκειμενικό δεν θα γίνει ποτέ αντικειμενικό

Παντελής Μπουκάλας - κριτικός λογοτεχνίας

Το πρόβλημα μένει άλυτο από τον καιρό του Αριστοφάνη, που αναζητούσε στους «Βατράχους» του τον δίκαιο «σταθμό» που θα του επέτρεπε να αποφασίσει με τρόπο αναμφίλεκτο ποιος είναι πιο άξιος ποιητής, ο Αισχύλος ή ο Ευριπίδης: πώς το υποκειμενικό θα πείσει ότι είναι αντικειμενικό; Τον κύκλο, αν αλλάξουμε Γεωμετρία, θα μπορέσουμε να τον τετραγωνίσουμε, στη λογοτεχνία όμως δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το ίδιο τέχνασμα, την αλλαγή πεδίου· οι αναγνώσεις μας και οι αποτιμήσεις μας θα παραμείνουν υποκειμενικές, που σημαίνει ότι θα παραμείνουν υποχρεωμένες να πολεμούν το δογματισμό και την αυθαιρεσία τους, προσπαθώντας να καταθέτουν διαυγή επιχειρήματα. Σκέφτομαι πάντως ότι η αύξηση των βραβείων έχει και τα καλά της: όσο περισσότερα τα βραβεία τόσο περισσότερο σχετικοποιείται η αξία τους, τόσο περισσότερο δηλαδή η αξία αυτή τείνει προς την πραγματική σημασία που πρέπει να τους αποδίδουμε, αν «μονάχη έγνοια μας» είναι η γραφή κι όχι οι «αποδόσεις» της. Κι αυτό είναι πιθανό να μας βοηθήσει κάποια στιγμή να απελευθερωθούμε από τις προσφιλείς μας συνωμοσιολογικές «ερμηνείες». Στο κάτω κάτω, ακόμα και ο Ομηρος είχε ηττηθεί (από τον Ησίοδο, έστω) σε έναν αγώνα ποιητικό, που τον διέσωσε παραστατικότατος και διδακτικός ο αρχαίος μύθος. Και για να μετακινηθούμε από τον μύθο στην ιστορία, η αριστουργηματική «Μήδεια» του Ευριπίδη δεν είχε κατορθώσει να αποσπάσει τίποτε καλύτερο από το τρίτο βραβείο, το 431 π.Χ. Ας παρηγοριόμαστε.

Δημοσίευση : 29-04-07

Oικονομικές ειδήσεις | Γενικές ειδήσεις
Γραφήματα
Χρήσιμα
Καιρός
Aφιερώματα

APXEIO - Eντυπη έκδοση

Βραβεία: περισσότερα και από τα βιβλία
Τρόμος κάτω από τη γέφυρα του ποταμού Χαν
Το πιο μεγάλο στοίχημα της Σάλμα Χάγιεκ
«Φυσικά και μ’ αρέσει που είμαι επιτυχημένος»
H λάμψη της ολλανδικής ζωγραφικής
ΘEATPO
Μάριος Ποντίκας: «Δεν πιστεύω στον άνθρωπο»
«Δεν λειτουργώ με την κοινή λογική, αλλά με τη διαίσθηση»
ΣKHNEΣ
Η Αθήνα ροκάρει, το κοινό απουσιάζει
AΠOΨEIΣ
Yποθεσεις
Oψεις
Επισημανσεις
Αντηχησεις
Διακρινοντας
YΠOBOΛEIO
Προσωπα
BIBΛIO
Αναζητώντας τις πηγές του Μεγάλου Αμπάι
Οι 13 ημέρες που συγκλόνισαν την Ουγγαρία
Από τον ουρανό στη γη...
Παρενέργειες ολοκληρωτικών καθεστώτων
Μία σχεδόν αυτοβιογραφία του Φ. Κάστρο
Αναζητώντας κοινό κώδικα με τα παιδιά
Τα αρχεία της Ιστορίας
Nέες εκδόσεις
ΠPΩTA ΣE ΠΩΛHΣEIΣ
EBΔ0MAΔA
Μουσικό πολυθέαμα από τους Χαΐνηδες
Bbc: «Η Αρχαια Ρωμη»
Η δημιουργία της «Γκερνίκα»
Για μικρούς βιβλιόφιλους
Hμερολογιο
IΔEEΣ
Η επανάσταση του 1821 ήταν εθνική...
KPITIKH
Βαριά η κληρονομιά των Λένον και Μάρλεϊ
Παράσταση υψηλών προδιαγραφών
Ανιση συναυλία της ΚΟΑ, υπέροχη η Ουτσίντα
Όροι χρήσης | Προστασία προσωπικών δεδομένων | Company profile | Eπικοινωνία | Site map | Προσφορές
© 2012 H KAΘHMEPINH All rights reserved.