|
Ο Στάλιν και ο τσάρος είναι ακόμη ζωντανοί
Οι χρυσοποίκιλτοι τρούλοι της ρωσικής Ορθοδοξίας αντιμάχονται στους αιθέρες τους νέους «σοβιετικούς» ουρανοξύστες
Του Νίκου Βατόπουλου
Στη Μόσχα, τα αρχιτεκτονικά σχέδια ενός νέου ουρανοξύστη μας υπενθυμίζουν πως ο 21ος αιώνας δεν έχει ακόμη ξεκαθαρίσει με το παρελθόν. Η αναβίωση του σταλινικού στυλ, με τις τερατώδεις «γαμήλιες τούρτες», αιώνια, πλέον, σύμβολα του Ψυχρού Πολέμου, είναι ένα γεγονός που εκ πρώτης όψεως ξενίζει. Στα τέλη του 2002 αναμένεται να έχει αποπερατωθεί ο νέος ουρανοξύστης, με τα 1.000 πολυτελή διαμερίσματα (προς 600.000 δρχ. το τ.μ.) στους 40 ορόφους του, που ανεγείρεται κοντά στον σταθμό του μετρό Σοκόλ. Είναι ο Πύργος του Θριάμβου, το «Τριούμφ-Παλάς», όπως συμβολικά το βάφτισε η ιδιωτική κατασκευαστική εταιρεία Δον-Στρόι που ανέλαβε το μεγαλεπήβολο αυτό οικοδομικό πρόγραμμα. Στην όψη, το «Τριούμφ-Παλάς», που θα έχει ύψος πάνω από 200 μέτρα, δεν θα διαφέρει σχεδόν σε τίποτε από τα σταλινικά μεγαθήρια, με τις βαθμιδωτές ταράτσες και την πυργοειδή απόληξη, που πριν από 50 χρόνια ήταν το αντίπαλον δέος στους ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης. Οι επτά ουρανοξύστες Kατ' όνομα μόνο. Γιατί οι επτά ουρανοξύστες που παρήγγειλε ο Στάλιν (από ένα πρόγραμμα που προέβλεπε οκτώ πύργους) ήταν στην εποχή τους, τουλάχιστον για τα δυτικά μάτια, η αρχιτεκτονική έκφραση της δεσποτικής εξουσίας. Εκείνη την εποχή που η Νέα Υόρκη είχε να επιδείξει τα μοντερνιστικά έργα του Φρανκ Λόιντ Ράιτ και του Μις βαν ντερ Ρόε, η Μόσχα ύψωνε τις σταλινικές τούρτες, δείγματα ενός εξαιρετικά σκληρού, κλειστοφοβικού και μονοφωνικού καθεστώτος. Σήμερα, βέβαια, οι σταλινικοί ουρανοξύστες, αφομοιωμένοι μέσα στη μοσχοβίτικη παράδοση, αποτελούν τουριστικά αξιοθέατα αλλά και εμβλήματα της αντι-μοντέρνας διάθεσης της σταλινικής εξουσίας. Ο βαρύς όγκος τους υποδηλώνει το αδιαμφισβήτητο της μίας αρχής και η μνημειακή οργάνωση αυτών των κολοσσών δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνείας του συμβολισμού τους. Η ανέγερση, όμως, του «όγδοου» ουρανοξύστη, που συμπληρώνει (ατύπως) τον σταλινικό σχεδιασμό, έπειτα από μισόν αιώνα, αφήνει μία γλυκόπικρη γεύση. Ορισμένοι, γνώστες της ρωσικής κοινωνίας, μίλησαν για την παλαιά διαμάχη ανάμεσα στις δύο Ρωσίες, τη σλαβόφιλη και τη δυτικόφιλη, αντιπαράθεση εμφανής και στη λογοτεχνία του 19ου αιώνα. Αλλοι επιχείρησαν να υποβαθμίσουν τη συμβολική, ιδεολογική και αισθητική διάσταση του θέματος, περιορίζοντάς το στην επιχειρηματική δραστηριότητα μίας ιδιωτικής εταιρείας. Πιθανώς να είχαν έτσι τα πράγματα, αν δεν ήταν και το οικιστικό πρόγραμμα του δημάρχου της Μόσχας, Γιούρι Λούζκοφ, ο οποίος πέρυσι ανακοίνωσε ένα ευρύ οικιστικό πρόγραμμα που ακολουθεί και αυτό τη γραμμή του Στάλιν. Τα σταλινικά κτίρια, που μπορεί κανείς να βρει και σε άλλα αστικά κέντρα, όπως στην Αγία Πετρούπολη, το Kίεβο, τη Βαρσοβία και στο Βουκουρέστι (όπου επικράτησε η μαξιμαλιστική εκδοχή του Τσαουσέσκου) είναι συχνά αντικείμενο διαμάχης. Ορισμένοι ονειρεύονται την κατεδάφισή τους, άλλοι υποστηρίζουν την ιστορικότητά τους και εσχάτως εμφανίστηκαν και οι μιμητές. Οι χρυσοί τρούλοι Πριν από λίγα χρόνια, η Μόσχα διοχέτευε στα διεθνή μέσα ενημέρωσης το μεγαλεπήβολο έργο της ανοικοδόμησης του ιστορικού ναού του Σωτήρος με τους εμβληματικούς χρυσοποίκιλτους τρούλους. Η ανοικοδόμηση χαρακτηρίστηκε ως το σύμβολο μετάβασης στη νέα μετα-κομμουνιστική εποχή, έμβλημα της παλινόρθωσης των οικοσήμων της παλαιάς Ρωσίας, αψίδα της νέας τάξης. Οι επενδεδυμένοι με χρυσό τρούλοι του Αγίου Σωτήρος είναι ορατοί από διάφορα σημεία της πόλης προσφέροντας μαζί με τους δεκάδες άλλους πύργους και κωδωνοστάσια της Μόσχας ένα θέαμα βαθιάς θρησκευτικότητας και υψηλής αισθητικής. Η αντιπαράθεση της «τσαρικής» με τη «σταλινική» Μόσχα στο επίπεδο του αρχιτεκτονικού ανταγωνισμού και του συμβολικού «λεξιλογίου» μοιάζει, όμως, να εξαντλείται σε ένα πρώτο εικονογραφικό και κατ' επέκτασιν συναισθηματικό στάδιο. Γιατί, πίσω από την αντίστιξη των στυλιστικών διαφορών και της διαδικασίας παραγωγής αυτών των μνημειακών κτισμάτων, γίνεται ολοένα και περισσότερο διακριτή η σύγκλιση σε ένα σημείο που για λόγους συνεννόησης θα ονομάζαμε «ιερό πεδίο». Η ιερότητα της εξουσίας και η ανάγκη προβολής της κοινωνίας σε μαξιμαλιστικά αρχιτεκτονικά έργα (στα οποία ο πολίτης υφίσταται διαρκή φυσική και ψυχολογική συρρίκνωση) φέρνει αίφνης εγγύτερα τις αρχιτεκτονικές εκφράσεις δύο διαφορετικών συστημάτων που σφράγισαν τη Ρωσία στη διάρκεια των τελευταίων 150 ετών. Kατά μία έννοια, ο σταλινισμός βρίσκει έδαφος σε μία χώρα που είχε ήδη διαμορφωθεί από τον τσαρισμό, όπου, δηλαδή, η έννοια της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ήταν ξένη και με ρηχή παράδοση. Σε ένα αχανές κράτος με ενδοχώρα ενός μεγέθους που δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό με κοινούς ευρωπαϊκούς κώδικες, η ανάγκη παραγωγής μίας σχεδόν θεοκρατικής δημόσιας αρχιτεκτονικής ήταν φυσική απόρροια. Είναι ίσως παρακινδυνευμένο και ενδεχομένως παραπλανητικό να κρίνει κανείς την ψυχή της Μόσχας χρησιμοποιώντας ως εργαλεία τα εμβλήματα της δημόσιας αρχιτεκτονικής της. Είναι σαν να επιδεικνύει κανείς άγνοια για το υπέροχο Αρ Νουβό της ρωσικής πρωτεύουσας (σύμπτωμα και αυτό της δυτικόστροφης αστικής τάξης) ή το εξαχθέν αρχιτεκτονικό δυναμικό της ρωσικής πρωτοπορίας στις δεκαετίες του 1910 και του 1920. Αλλά ακόμη και στα πολύ πρόσφατα χρόνια, η Μόσχα που γνωρίζει ευρύτατη ανοικοδόμηση εκφράζει οικιστικά τις καταναλωτικές προσδοκίες της κοινωνίας της που ονειρεύεται ακόμη τη μεσοαστική επανάσταση, την οποία προσεγγίζουν οι τέως δορυφόροι της, όπως η Πολωνία ή οι πρώην «σοβιετικές» Βαλτικές Χώρες, μετά την κομμουνιστική παρένθεση στην ιστορία τους. Η συμβολική ισχύς Παρά ταύτα, όμως, η συμβολική ισχύς των «καθεδρικών ναών» της, τσαρικών ή σταλινικών, είναι αδιαμφισβήτητη. Οι σταλινικοί ουρανοξύστες, κάστρα άλλοτε της κομμουνιστικής νομενκλατούρας, αξιοθέατα σήμερα για τους τουρίστες και ακριβά διαμερίσματα για τους ενοίκους τους, παραμένουν σαν γιγαντιαία παράσημα κάποιων παλαίμαχων πολεμιστών. Θυμίζουν πολυώροφες κατασκευές στην άμμο. Με γιρλάντες, πυργίσκους και οξύκορφες στέψεις, που διασκεδάζουν τον όγκο και την απουσία χρώματος, οδηγούν αναπόφευκτα στη σύγκριση με τους νεοϋορκέζικους αντίστοιχους ουρανοξύστες. Πριν ακόμη εμφανιστεί ο Στάλιν, στις αρχές του 20ού αιώνα, τα νεοϋορκέζικα αυτά κτίρια μάσκαραν τον άχαρο, αλλά λυγερόκορμο, όγκο τους με νεο-αναγεννησιακές απολήξεις που θύμιζαν φλωρεντιανά παλάτσα. Στη Νέα Υόρκη του 1913 υπήρχε ακόμη περιθώριο για ασκήσεις ύφους της παλιάς μπουρζουαζίας, αλλά στη Μόσχα του 1950, οι αρχιτεκτονικές φιοριτούρες της σταλινικής εξουσίας ήταν περισσότερο τελεσίγραφα ισχύος στον άσφαιρο Ψυχρό Πόλεμο. Σήμερα, περισσότερο παρά ποτέ, η ανάδυση της πολύπτυχης ψυχής της Μόσχας μέσα από τα αρχιτεκτονικά της εμβλήματα, μας θυμίζει ότι η ρωσική κοινωνία, παρά τις σαρωτικές αλλαγές, διατηρεί τον πυρήνα της αλώβητο. Ο δικέφαλος αετός της προ-κομμουνιστικής εποχής, σαν διαχρονικός Ιανός, κοιτώντας σε Δύση και σε Ανατολή, δικαιώνει τους «Δαιμονισμένους» του Ντοστογέφσκι και γελοιοποιεί τους αμετανόητους σύγχρονους λαϊκιστές που αρέσκονται στην απλούστευση και στην κινδυνολογία. Η Ρωσία, δυναμική και πολύμορφη, παρά τα βαθύτατα εσωτερικά ρήγματα, εξακολουθεί να είναι ένα πεδίο άσκησης της τέχνης του μαξιμαλισμού.
|