|
Η κρίση απλώνεται και στην τέχνη
Η σύγχυση που οδήγησε στo σημερινό οικονομικό αδιέξοδο συμπαρέσυρε βασικές αξίες πολιτισμού, κοινωνίας και ηθικής
The Observer
H τέχνη της Τρέισι Εμιν δεν είναι το πρώτο πράγμα που σου έρχερται στο μυαλό όταν σκέφτεσαι την οικονομική κρίση, αλλά τις τελευταίες μέρες, καθώς οι παγκόσμιοι ηγέτες έκαναν απελπισμένες προσπάθειες να χαλιναγωγήσουν την καταστροφή, με κυνηγάει η εικόνα του φωτογραφικού πορτρέτου της που τη δείχνει να κάθεται μ' ένα σωρό χαρτονομίσματα και κέρματα ανάμεσα στα πόδια της, σαν να τα έχει μόλις γεννήσει. Το κομμάτι, με τίτλο «I've Got It All» («Τα έχω όλα»), είναι εν μέρει αυτοσαρκασμός και εν μέρει σοβαρή ενδοσκόπηση. Καθώς σωριάζει πάνω της τα λεφτά της προκαλεί τους επικριτές που λένε ότι είναι υπερτιμημένη σε σημείο γελοιότητας. Ταυτόχρονα, με το ευάλωτο σκυφτό βλέμμα της φαίνεται να αναρωτιέται η ίδια αν πραγματικά το αξίζει Η εικόνα τριγυρίζει στο μυαλό μου γιατί φαίνεται να συνδέεται με τη σύγχυση που επικράτησε στην κοινωνία τα χρόνια που οδήγησαν στη σημερινή οικονομική κρίση: υπήρχε μια φαινομενική αφθονία εύκολου υλικού πλούτου, αλλά και βαθιά αμφιβολία για τις ουσιαστικές αξίες. Η ζαλάδα από τις τρελές τιμές των μετοχών και τα δυσθεώρητα μπόνους απλώθηκε από τους χρηματιστές του Σίτι στον ευρύτερο κόσμο: καθώς χάναμε τον έλεγχο των χρηματοπιστωτικών αξιών, ο έλεγχός μας πάνω σε πολιτιστικές, κοινωνικές και ηθικές αξίες έγινε κι αυτός αβέβαιος. Νεκροκεφαλή με διαμάντια Για να μείνουμε ακόμα λίγο στην εννοιολογική τέχνη, μια φίλη μου μού είπε μια μικρή ιστορία πολύ χαρακτηριστική. Πριν από λίγο καιρό, ένας διευθυντής επενδυτικής εταιρείας την πλησίασε για να τη συμβουλευτεί για μια επιχειρηματική ιδέα του: ήθελε να εκμεταλλευτεί τη στολισμένη με διαμάντια νεκροκεφαλή που έφτιαξε ο Ντάμιεν Χερστ. Το σχέδιο ήταν να σχηματίσει ένα κονσόρτσιουμ επενδυτών για να την αγοράσουν, κι έπειτα να αποκομίσουν κέρδη κανονίζοντας να εμφανίζεται η νεκροκεφαλή σε ταινίες, μουσεία και σπίτια πλουσίων. Ο «επενδυτηριάκιας» τελικά εγκατέλειψε το σχέδιο γιατί δεν μπορούσε να αποφασίσει αν το κομμάτι άξιζε πραγματικά 50 εκατομμύρια στερλίνες. Πώς μπορείς να εκτιμήσεις την αξία του; Είναι τέχνη; Είναι σωστό για ένα μάνατζερ επενδύσεων να μεταχειριστεί ένα έργο Ντάμιεν Χερστ σαν πακέτο επισφαλών ομολόγων; Κι αν ήταν πίνακας του Ρέμπραντ; Και ποιος τελικά θα ήταν το κορόιδο - ο Χερστ, ο επενδυτηριάκιας, αμφότεροι ή κανένας; Οι «έξυπνοι» καλλιτέχνες όπως ο Χερστ και η Εϊμιν παίζουν με αυτές τις αβεβαιότητες. Οι έξυπνοι επενδυτές εκμεταλλεύονται τις αντίστοιχες αβεβαιότητες στο χρηματιστήριο, όπου μια πανοπλία μέτρων δημιουργικής λογιστικής καθιστά δύσκολο να παρακολουθήσεις την πραγματική γραμμή κερδών σε έναν εταιρικό απολογισμό. Και, ταυτόχρονα, υπάρχουν πάντα μερικοί άνθρωποι που οι αρχές τους -στις επενδύσεις και στη ζωή- παραμένουν σταθερές μέσα σε οποιαδήποτε θύελλα. Γουόρεν Μπάφετ Η σημερινή κατάρρευση ενδέχεται να αποβεί κερδοφόρα για έναν διευθυντή επενδυτικής εταιρείας ο οποίος επί δεκαετίες τόνιζε την επιμονή του να μένει πιστός στις δικές του ιδέες περί αξίας: είναι ο Αμερικανός δισεκατομμυριούχος Γουόρεν Μπάφετ. Ο μέντοράς του ήταν ο Μπέντζαμιν Γκράχαμ, ένας Αμερικανός επενδυτής με μεγάλη επιρροή, του οποίου η άποψη-κλειδί ήταν ότι στη χρηματαγορά υπάρχει μια παραπλανητικά απλή δυαδικότητα: η αλήθεια Πρώτης Τάξεως απέναντι στην αλήθεια Δευτέρας Τάξεως. Η αλήθεια Πρώτης Τάξεως είναι η νηφάλια εκτίμηση της αντικειμενικής αξίας μιας εταιρείας σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή: το νούμερο που παίρνεις αφού προσθέσεις την αξία της περιουσίας της, των μετρητών της και άλλων στοιχείων του ενεργητικού της και κατόπιν αφαιρέσεις τα χρέη της. Η αλήθεια Δευτέρας Τάξεως, αντίθετα, βασίζεται σε εξωτερικούς παράγοντες όπως το συναίσθημα, η μόδα και το ένστικτο της αγέλης: είναι «αληθινή» μόνο εφόσον εξακολουθούμε να το πιστεύουμε, ακριβώς όπως μια τσάντα διάσημου οίκου μόδας μπορεί να κοστίζει 5.000 ευρώ, εάν ο κόσμος πιστεύει ότι τόσο πρέπει να αξίζει. Οταν υπάρχει μεγάλη ασυμφωνία ανάμεσα σ' αυτούς τους δύο τύπους αξίας στο χρηματιστήριο, υπάρχει η πιθανότητα να κερδίσεις λεφτά. Η διάκριση αυτή μπορεί να επεκταθεί λίγο παραπέρα: Ο Μπάφετ απεχθάνεται το χρέος εξαιτίας του συγκεκριμένου μειονεκτήματος Πρώτης Τάξεως που έχουν τα δάνεια: πρέπει να τα αποπληρώσεις. Αυτό είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο αν έχεις δανειστεί με βάση ένα περιουσιακό στοιχείο Δευτέρας Τάξεως, που η αμφίβολη αξία του μπορεί να εξατμισθεί. Με απλά λόγια, οι τραπεζίτες που έκαναν άνω-κάτω το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, θα είχαν κάνει καλά να μελετήσουν τα γραπτά του Μπεν Γκράχαμ. Η σύγχυση σχετικά με τις αξίες φαίνεται ότι μετανάστευσε και σε πολλά άλλα πεδία, ανάμεσά τους και σ' εκείνο των δημόσιων προσώπων που επιλέγουμε να θαυμάζουμε. Πάρτε παράδειγμα δύο γυναίκες, αμφότερες νέες, ελκυστικές και ονομαζόμενες Νικόλ. Η πρώτη, η Νικόλ Κουκ, κέρδισε ένα χρυσό μετάλλιο για την βρετανική ομάδα ποδηλασίας στους ολυμπιακούς του Πεκίνου το καλοκαίρι, κι ωστόσο είναι πολύ λιγότερο διάσημη από τη Νικόλ Ρίτσι, που το επίτευγμά της είναι ότι εκτελεί χρέη δοκιμαστηρίου ρούχων και on-off καλύτερης φίλης της Πάρις Χίλτον. Η φήμη της Νικόλ Κουκ είναι Πρώτης Τάξεως: το χρυσό της μετάλλιο θα λάμπει είτε το κοιτάζει το κοινό είτε όχι· η Νικόλ Ρίτσι είναι Δευτέρας Τάξεως, είναι διάσημη μόνο αν πιστεύουμε πως είναι. Το χάσμα ανάμεσα στις πραγματικές και τις φανταστικές αξίες είναι πιο οδυνηρό, βέβαια, στην αγορά ακινήτων. Ιδιοκτήτες ακινήτων πρόβαλαν την αυξανόμενη αξία των σπιτιών τους συνδυάζοντάς την με την δική τους κοινωνική ακόμα και προσωπική αξία - καμάρωναν για τις φουσκωμένες τιμές λες και ήταν κατορθώματα, και εκείνοι που δεν μπορούσαν ν' ανέβουν στη σκάλα έπρεπε να νιώθουν σαν αποσυνάγωγοι. Ως καταναλωτές, επίσης, πολλοί από μας παρασυρθήκαμε. Μια κρέμα προσώπου να κοστίζει 200 ευρώ - γιατί όχι; Ενα φόρεμα 2000 ευρώ - σιγά το πράμα. Η γλώσσα των αγορών εισέβαλε στις σελίδες μόδας καθώς τα ρούχα άρχισαν να περιγράφονται ως «επενδυτικά κομμάτια». Στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού Grazia, υπάρχει ένα άρθρο για τις «Fashiorexics» («μοδο-ανορεξικές»): γυναίκες που η αντίδρασή τους στο πρόβλημα της οικονομικής ύφεσης είναι να κάνουν οικονομία στο φαγητό για να μπορούν να αγοράζουν ακριβά ρούχα.
ΣXETIKA ΘEMATA
|