|
«Xειρονομίες» και εθνική ταυτότητα στο ποδόσφαιρο
Ζουμ από τον Ολιβιέ Πουριόλ σε έξι ιστορικά «φάουλ» και στους πρωταγωνιστές τους
Του Κωστα Θ. Καλφοπουλου
Olivier Pourriol ?loge du mauvais geste εκδ. ?ditions NiL, Παρίσι, 2010 Pablo ALabarces F-r Messi sterben? Der Fu—ball und die Erfindung der argentinischen Nation εκδ. Edition Suhrkamp, Φρανκφούρτη, 2010 (Orig.: Buenos Aires 2008)
Ο Ολιβιέ Πουριόλ, μυθιστοριογράφος (στα ελληνικά έχουν μεταφραστεί το «Μεφίστο βαλς» και «Ο ζωγράφος με το νυστέρι») και δοκιμιογράφος που, ενδιαμέσως, κινείται μεταξύ φιλοσοφίας, σινεμά και ποδοσφαίρου, στρέφει το ενδιαφέρον του σε έξι αγωνιστικά ενσταντανέ, τα οποία αλλοίωσαν το τελικό αποτέλεσμα ενός κρίσιμου ποδοσφαιρικού αγώνα, ενώ ταυτόχρονα αποτέλεσαν την κορύφωση του δράματος και ταυτίστηκαν απόλυτα με τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν με τις «κακές χειρονομίες» τους: τον Ζιντάν με την κεφαλιά-τόμαχωκ στον Ματεράτσι, τον Μαραντόνα, με το «χέρι του Θεού» να εκδικείται για τα Φώκλαντς, τον Καντονά, με την α λα κουνγκ-φου επίθεσή του σε θεατή που έβρισε τη μάνα του, τον Πλατινί, να πανηγυρίζει στο Χέιζελ των 39 νεκρών, τον Σούμαχερ, με την έξοδο-θάνατο μπροστά στον Μπατιστόν και τον Ανρί, να παίρνει την Εθνική Γαλλίας κυριολεκτικά «από το χέρι», για το Μουντιάλ 2010. Πρόκειται για αντιδράσεις, που περισσότερο και από τη διαιτητική αβλεψία «ξέφυγαν» από τον ίδιο τον δράστη, σαν «μια αστραπή ελευθερίας, που φωτίζει μια απίστευτη πράξη και αποκαλύπτει το “πίσω μέρος” του μυαλού μιας ιδιοφυΐας, στην αντιστροφή ενός αριστουργήματος», όπως σημειώνεται εισαγωγικά. Ο Πουριόλ ισορροπεί με δεξιοτεχνία μεταξύ φαινομενολογίας και πρακτικής φιλοσοφίας, καθώς εντάσσει το αθλητικό δρώμενο σε ένα ευρύτερο ανθρωπολογικό πλαίσιο, στο οποίο οι «απέλπιδες κινήσεις» ερμηνεύονται με δι-αισθητική ελαφρότητα. Σε κάθε μία από αυτές τις «χειρονομίες», που στο ποδόσφαιρο κυρώνονται ως «φάουλ», συμπυκνώνεται, στον ποδοσφαιρικό (και τηλεοπτικό) χωρο-χρόνο μία ανεξέλεγκτη έκρηξη, καθώς λίγο απέχει από τον σουρεαλιστικό μαξιμαλισμό του Μπρετόν («να βγαίνεις στους δρόμους με ρεβόλβερ στα χέρια και να πυροβολείς κατά του πλήθους»), μια πρόκληση και, ταυτόχρονα, ένα «αριστούργημα της ασχήμιας», με πολλαπλές συνδηλώσεις και συνέπειες, καθώς το ποδοσφαιρικό και προσωπικό δράμα κορυφώνεται. Ενα αισθητικό - φιλοσοφικό «εγχειρίδιο για τις κακές πράξεις» ποδοσφαιρικών ιδιοφυϊών ως επί το πλείστον, που εξειδικεύει την κλασική προσέγγιση του Βιλέμ Φλούσερ («Περί χειρονομιών») και συμπληρώνει ταυτόχρονα ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην «παγκόσμια ιστορία της ατιμίας», μεταξύ του Μονταίν και του Μπόρχες. «Πεθαίνοντας για τον Μέσι» Από τη χώρα του Μπόρχες προέρχεται το δεύτερο εγχείρημα, που υπογράφει ο Πάμπλο Αλαμπάρκες, ο οποίος διδάσκει κοινωνιολογία και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Αϊρες. Εδώ, ο κοινωνιολόγος παίρνει τη θέση του φιλοσόφου, καθώς το ποδόσφαιρο συναντά το έθνος, σε μία διαδικασία αμφίδρομης επ-ανα-συγκρότησης, όπου «κατασκευάζονται ταυτότητες και αναπαραστάσεις, σε έναν εξαιρετικό χώρο για το τελετουργικό των μαζών». Το ιδιόμορφο στοιχείο που ισχύει αποκλειστικά για τον «βασιλιά των ομαδικών σπορ» είναι ότι αποτελεί ταυτόχρονα μία «φαντασιακή κοινότητα» (Μπ. Αντερσον), αλλά και αναπόσπαστο πλέον τμήμα της «φαντασιακής θέσμισης» του έθνους και της κοινωνίας. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, το ποδόσφαιρο δεν είναι απλό υποκατάστατο (Ersatz), αλλά αποτελεί ένα συμπληρωματικό σύμπαν, πέραν της πολιτικής, στο οποίο «επαναλαμβάνεται» η επέκταση του έθνους και η ένταξη νέων κοινωνικών στρωμάτων. Το αργεντίνικο (ποδοσφαιρικό) έθνος θα περάσει, συχνά με επώδυνες εμπειρίες, από διαφορετικές ιστορικές περιόδους: τη μυθολογική ίδρυση του ποδοσφαίρου στη δεκαετία του ’20 χάρις στους Αγγλους, τον επαγγελματισμό του Μεσοπολέμου, την κρατική χειραγώγηση στα χρόνια του Περόν, την κρίση της δεκαετίας του ’60, τις επιτυχίες της Εθνικής στη δικτατορία του Βιντέλα, την «εποχή Μαραντόνα» και το σήμερα, με την επιστροφή του «Ντιεγκίτο» στη θέση του εθνικού εκλέκτορα. Αυτονόητα, ένα εκτενές κεφάλαιο («Μαραντονισμός ή η υπέρβαση του περονισμού με άλλα μέσα») είναι αφιερωμένο στα χαρακτηριστικά και τις μεταπτώσεις ενός εθνικού συμβόλου, που υμνείται ακόμα και στους στίχους του Μανού Τσάο: «Αγιε Μαραντόνα, προσευχήσου για μένα». Το βιβλίο του Αλαμπάρκες διαβάζεται σαν ποδοσφαιρικός οδηγός του Lonely planet και των Rough Guides: μία εναλλακτική κοινωνική ιστορία της πλέον ευρωπαϊκής χώρας στη Λατινική Αμερική. Στις σελίδες του, η πολιτισμική κοινωνιολογία εξερευνά εξαντλητικά, με εμπειρικό και θεωρητικό πλουραλισμό, το σύνθετο εποικοδόμημα (μίντια, κινηματογράφος, ποδόσφαιρο) και αναλύει χωρίς ιδεοληψίες την πολύπλοκη διαδικασία (ανα)συγκρότησης της εθνικής ταυτότητας, από τον περονισμό στον μαραντονισμό. Ενα ολόκληρο έθνος δεν προσβλέπει απλώς στην ευφυΐα και τη διεισδυτικότητα του μικρόσωμου και δαιμόνιου Λίονελ Αντρές Μέσι: στο επίθετό του φανερώνεται ο «μεσσιανισμός», με τον οποίο ένας λαός προσεγγίζει το άθλημα. Προσδοκώντας πάντα τον ερχομό ενός «σωτήρα», που θα καλύψει το «κενό μετά τον Μαραντόνα».
|