|
Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου είμαι εγώ!
Η Νένα Μεντή με ένα εξαιρετικό μονόλογο κάνει φέτος «τον ρόλο της ζωής της» και ξεσηκώνει το αθηναϊκό κοινό
Συνέντευξη στον Βασιλη Αγγελικοπουλο
«Η ιδέα για την Παπαγιαννοπούλου ήταν του Πέτρου (Ζούλια). Τσίμπησα αμέσως εγώ, ως πολύ βιωματική κι ως φίλη του ρεμπέτικου από πολύ νέα, εν αντιθέσει με την κουλτούρα του σπιτιού μου που ήταν κλασική μουσική και ελαφρό τραγούδι. Δικτάτορας ως προς αυτό ο Σπήλιος Μεντής, ο πατέρας μου, άλλη μουσική δεν ακουγόταν στο σπίτι –Χατζιδάκις, Θεοδωράκης και Μπετόβεν, κόντρα εγώ, ως κέρατο βερνικωμένο από μικρή, άκουγα Καζαντζίδη και μου άρεσε αυτός ο κόσμος. Την Ευτυχία την ήξερα από τα στιχάκια της στα τραγούδια και ως μια ιδιόρρυθμη γυναίκα, με όλο αυτό το άναρχο και το αντισυμβατικό που είχε, μαζί με το πάθος της για την πόκα βέβαια, που κι εγώ ήμουν πολύ χαρτόμουτρο, νέα ιδίως, πριν κάνω το παιδί μου. Κι όλο αυτό της Ευτυχίας κάτι μου έφτιαχνε, ένιωθα μια υπόγεια συγγένεια. Οτι κι εγώ μια τέτοια μούρη ήθελα να ’μουνα. Δεν με παίρνει η εποχή, δεν με παίρνει ο καιρός, η δουλειά μου, οι συμβάσεις μου, αλλά αυτή ήθελα να ’μουνα. Κι ήταν σαν να το ετοίμαζα από καιρό αυτό το πράγμα. Γι’ αυτό και δεν με δυσκολεύει καθόλου αυτό που κάνω τώρα στη σκηνή. Είναι η αλήθεια μου αυτό». Ολος ο κόσμος μιλάει τον καιρό αυτό για τη Νένα Μεντή. Λες και τη γνωρίζουμε τώρα αυτή τη δημοφιλή ηθοποιό, με τις τόσες επιτυχίες σε θέατρο και τηλεόραση. Αλλά φέτος η Μεντή, με την «Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου», ένα μονόλογο που ξεκίνησε να παιχτεί κάποια δευτερότριτα στο υπόγειο του «Ιλίσια» και έχει ήδη επεκταθεί σε 4 παραστάσεις τη βδομάδα, χωρίς κι έτσι να καλύπτει τις ουρές θεατών, κάνει μια ερμηνεία που δεύτερή της μάλλον δεν υπάρχει στις υπερδιακόσιες αθηναϊκές παραστάσεις. Μιλάμε για μετάλλαξη. Από το λάλο μάτι της ώς τον τρόπο που κρατάει το τσιγάρο, κι από τα χωμάτινα χρώματα της φωνής της ώς τον αέρα που κινεί τον ποδόγυρο της ρόμπας της. Η Νένα Μεντή γίνεται Ευτυχία κι αυτή η Ευτυχία είναι μια ολόκληρη εποχή της ζωής μας, της οικογένειάς μας, του λαού μας, ζωντανεμένη απροσδόκητα πάνω σε δέκα τετραγωνικά τσιμέντο μπροστά στα πόδια μας. — Μετείχατε κι εσείς, κ. Μεντή, στη σύνθεση αυτού του μονολόγου; — Οχι, και να το ξεκαθαρίσουμε αυτό: Αυτός ο μονόλογος δεν είναι συρραφή αποσπασμάτων, είναι έργο που έγραψε ο Πέτρος. Εχει μόνο μερικά αποσπάσματα από το βιβλίο της Ρέας Μανέλλη, της εγγονής της Ευτυχίας, αλλά είναι απολύτως δικό του κείμενο. Πριν το γράψει, βέβαια, διαβάσαμε ό,τι έχει γραφτεί για την Ευτυχία και μιλήσαμε για το τι θέλουμε να κάνουμε – κάτι λιτό, θετικό, μια αλήθεια ζωής. — Αυθόρμητα ή με ψάξιμο βρήκατε όλ’ αυτά που βλέπουμε στο παίξιμό σας; — Είναι τα βιώματά μου. Τα έχω αυτά τα πράγματα, και τα διατηρώ ως κόρη οφθαλμού. Είναι οι γιαγιάδες μου, οι μαμάδες, οι θείες μου, είμ’ εγώ. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι είμαι πάνω στη σκηνή όπως είμαι στη ζωή μου. — Πώς βλέπετε αυτό, που οι θεατές σηκώνονται όρθιοι για να χειροκροτήσουν στο τέλος; — Αυτό τον καιρό αισθάνομαι σαν να έχω κάνει δεύτερο παιδί! Τώρα στα γεράματα! Σαν να μου έχει βγει μια αλήθεια μου, που, γαμώτο, έπρεπε κι εγώ να τη βγάλω στη ζωή! Η αλήθεια συγκινεί — Εσείς πού αποδίδετε τη μεγάλη απήχηση της παράστασης; — Σ’ αυτό, στην αλήθεια μου. Αυτό είναι που συγκινεί. Είναι κομμάτι ζωής. Ζωντανεύει μια εικόνα ζωής που έχει φύγει, μιας γειτονιάς που χάσαμε, ενός κόσμου που άλλαξε. Μέσα σε αυτή την παράσταση δεν είμαι μόνο η Ευτυχία. Είναι η δική μου σχέση, και του Πέτρου, μ’ εκείνους τους ανθρώπους. — Γιατί «εκείνοι οι άνθρωποι», ενώ ζούσαν τραγωδίες, είχαν μεγαλύτερη όρεξη για ζωή και γλέντι από εμάς σήμερα; — Είχαν άλλες ανάγκες οι άνθρωποι τότε, πιο συνολικές, όχι τόσο ατομικές. Ανάγκες βασικές, δεν είχαν να φάνε πολλοί τότε. Κι αυτές οι ανάγκες, οι πόλεμοι, τα βάσανα, τους έδιναν μια φοβερή όρεξη για ζωή. Αυτή τη διάθεση την έχω κι εγώ. Κι όταν δω ότι μου πέφτει καμιά ψιλοκατάθλιψη, πετάγομαι απάνω κι έξω απ’ το σπίτι! Θ’ αναζητήσω φίλους να πιούμε ένα κρασάκι, θα πάω σινεμά μόνη μου, θα κάνω κάτι. — Πέρα από χαρά και ικανοποίηση, τι σκέψεις σάς έχει γεννήσει αυτή η ενθουσιαστική αποδοχή τώρα; — Σκέψεις πολύ αισιόδοξες για τη συνέχεια. Οχι θιασαρχιλίκια και τέτοια, δεν τα θέλω αυτά. Αλλά συνεργασίες με κάποιους ανθρώπους, που ήδη μου προτείνουν διάφορα. Πράγματα με ρίσκο, αλλά άμα κάνεις κάτι που είναι της καρδιάς σου, θα βρει ν’ ακουμπήσει στον κόσμο. Μήπως όταν ξεκινούσαμε τούτο δω με την Ευτυχία πίστευα εγώ ότι θα έρθει κανείς να βλέπει εμένα μόνη μου επί μιάμιση ώρα στη σκηνή;! Δεν έχω τέτοιο ψώνιο. Και το ’λεγα στον Πέτρο: «Δυο μήνες θα το παίξουμε, δευτερότριτα μόνο. Κι όσοι έρθουν». Και γίνεται χαμός. «Πού το περίμενες εσύ ν’ ανθίσεις τόσο» — Εχετε την αίσθηση πως κάνετε τώρα «τον ρόλο της ζωής σας»; — Την έχω; Δεν είμαι και σίγουρη. Θα ήθελα να κάνω και άλλα πράγματα. Να είναι έτσι αυθεντικά, αλλά κόντρα στον ρόλο της Ευτυχίας, διαφορετικά. Πιστεύω ότι μπορώ. Δεν θέλω ν’ αποδείξω κάτι – ότι είμαι μια «τζενέρικη» και μπορώ να τα κάνω όλα, όχι. Πράγματα που κάνω κέφι θέλω, και να πάρω και τον θεατή μαζί μου σ’ αυτά. — Νιώθατε κάπως παραγνωρισμένη μέχρι σήμερα; — Ποτέ! Για ποιο λόγο; Πολύ χορτάτη αισθάνομαι. Εκείνο που πάντα μου λείπει είναι πώς θα επικοινωνήσω με συναδέλφους και θα κάνουμε κάτι πολλοί μαζί. Γι’ αυτό κι ό,τι μου έχει μείνει από τα νιάτα μου είναι ό,τι έγινε με συνεργασία. — Εχετε τη φήμη ανθρώπου με πολύ χιούμορ, αλλά και με μια «κριτική στάση» απέναντι στους άλλους. — Α, ναι. Βαστάτε την! Είμαι και λίγο ξινή. Αλλά και με μένα είμαι αυστηρή. Καταρχήν με κοροϊδεύω πάρα πολύ. Σε χλωρό κλαρί δεν μ’ αφήνω. — Η σχέση σας με την τηλεόραση; — Με την τηλεόραση ανάπνευσα οικονομικά. Ανασφαλής δεν ήμουν, γιατί έπαιζα χαρτιά και κονόμαγα από κει –μιλάμε για επιθετικό παιχνίδι. Καμιά σχέση με την Ευτυχία, που ήταν θύμα. Εγώ μάλλον θύτης ήμουνα. Επαιζα έξυπνα για να ζήσω κιόλας. Γιατί το χαρτί παίζεται κι επαγγελματικά. Αλλά η τηλεόραση μου έδωσε οικονομική άνεση. Οπως και δουλειές που μου άρεσαν – το «Δις εξαμαρτείν» λ.χ. Η τηλεόραση βοήθησε επίσης και τη δουλειά μου στο θέατρο. Μου έφερε τόσες προτάσεις, που δεν ήξερα ποια να πρωτοπρολάβω. — Μετά 42 χρόνια θέατρο το αγαπάτε το ίδιο; — Και πιο πολύ. Νομίζω ότι θα ήμουν η πιο δυστυχισμένη στον κόσμο αν δεν έκανα αυτή τη δουλειά. Ημουν πολύ δύσκολος άνθρωπος –όχι πια, γιατί με τα χρόνια και με τα χαστούκια ήρθα κι ίσιωσα–, αλλά ήμουν δυσπροσάρμοστη και το θέατρο πολλές φορές μ’ έβαλε στη θέση μου. «Κάτσ’ εδώ που ’σαι καλά» που λέει κι η Ευτυχία, «μην κάνεις όνειρα τρελά, κάτσ’ εδώ!»... — Ούτε επιθυμίες για ρόλους; — Μπα, ποτέ δεν είχα. Μου λένε μερικοί ότι μετά απ’ αυτό πρέπει να παίξω «Μάνα κουράγιο». Δεν ξέρω τι θα γίνει, αλλά είμαι αισιόδοξο άτομο. Και στις πιο δύσκολες στιγμές πίστευα ότι κάτι καλό θα μου συμβεί. Και μου το έδειξε αυτό η Ευτυχία φέτος. Ρε φίλε, λέω, αυτό πού το περίμενες εσύ, να σου έρθει αυτή η πρόταση, και να έχει και τέτοιο σουξέ, να ανθίσεις τόσο, να κλαίει ο κόσμος κάτω, να κλαις κι εσύ μαζί του και να λες τι ωραία που περνάμε; Κι επιπλέον, επειδή σκίζει, να βγάζεις κι ένα πολύ ωραίο μισθό; Είμαι αισιόδοξη, λοιπόν. Κάτι καλό θα γίνει. — Και στα πολιτικο-κοινωνικά; — Εκεί νομίζω ότι πιάσαμε πάτο. Τα παρακολουθώ όλα, μάκηδες, τάκηδες, πηδήματα, αεροπλανικά, κάνω χιούμορ, έχω πει τα φοβερά ανέκδοτα, αλλά ώρες ώρες μου μοιάζει σαν εφιάλτης. Ισως όμως έπρεπε να συμβούν αυτά για να σπάσει το σπυρί και να βγει το πύον που μαζεύεται χρόνια τώρα, μήπως προκύψει κάτι άλλο πια. Γιατί τώρα βλέπω τον κόσμο κι αρχίζει να ξερνάει – τον κοσμάκη που τόσο καιρό λέγαμε «α, δεν παίρνει πρέφα, πάει τελείωσε». Βλέπω όμως τώρα –γιατί εγώ έχω μεγάλη επαφή με τον κόσμο, πάω εδώ στα μαγαζιά της γειτονιάς, όλα αμπάριζα τα παίρνω κι αρχίζω κουβέντες–, ότι ο κόσμος έγκωσε! Κατάλαβε, τα ’φτυσε! Κι ίσως κάποιοι πάρουν το μήνυμα και συνέλθουν. Γιατί, τι άλλο να περιμένεις. Από ποιους. Προσωπικά δεν ψηφίζω χρόνια τώρα, αλλά δεν νομίζω ότι σήμερα μπορούν να γίνουν κι επαναστάσεις… — Κλείνοντας, τι θα έλεγε η Παπαγιαννοπούλου αν σας έβλεπε ως Ευτυχία; — Αυτό μου το λένε η κόρη κι ο εγγονός της. Μου φιλάνε τα χέρια και μου λένε πως είναι ό,τι καλύτερο μπορούσε να γίνει για τη μνήμη της.
|