Home | Mobile | Newsletter | E-paper | RSS | Χρήσιμα | English Edition
Βρείτε μας:
Πέμπτη, 17 Mαϊου 2012

              Ημερ. έκδοσης 08/07/2001
Σύνθετη Αναζήτηση | Αρχείο Εκδόσεων  
Επικαιρότητα
Εντυπη
Απόψεις
Αφιερώματα
Ταξίδια
Αγγελίες
Πρώτη Σελίδα
Πολιτική
Ελλάδα
Κόσμος
Οικονομία
Επιχειρήσεις
Διεθνής οικονομία
Πολιτισμός
Αθλητισμός
Μόνιμες στήλες
ΠOΛITIΣMOΣHμερομηνία δημοσίευσης: 08-07-01
ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Οι αρχαίοι, το Διάστημα και οι φαντασιώσεις

Του Παντελή Μπουκάλα

Να συμφωνήσω καταρχάς ότι η παράσταση της «Μυθωδίας» του Βαγγέλη Παπαθανασίου στο Ολυμπιείον «ήταν το γεγονός της χρονιάς», όπως διατυμπάνισαν τα κανάλια, που δεν δυσκολεύτηκαν να ανασύρουν από την προσφιλή τους αποθήκη των στερεοτύπων τα χιλιοτριμμένα «μάγεψε», «γοήτευσε» κ.τ.λ., όσα ακούμε τέλος πάντων όλο το χειμώνα με αφορμή και την πιο κοινότοπη εκδήλωση στο Μέγαρο Μουσικής. Ναι, ήταν το «γεγονός της χρονιάς» (ένα «event», όπως απεφάνθησαν οι ικανοί στις ξένες γλώσσες), αλλά ας μου επιτραπεί να πιστεύω ότι αυτό δεν οφείλεται στο ότι «μαγεύτηκε το κοινό και καταγοητεύτηκαν οι επώνυμοι» ή στο ότι η φήμη της Ελλάδας ταξίδεψε ώς τα πέρατα του ηλιακού συστήματος, χάρη στην απροσδόκητη γενναιοδωρία της NASA• τέλος, δεν οφείλεται ούτε στο ότι το συγκεκριμένο έργο του Παπαθανασίου, γνωστό ήδη από το μάλλον μακρινό 1993, επιχείρησε να δώσει κάτι περισσότερο, κάτι διαφορετικό απ' ό,τι δίνει έως τώρα το ηλεκτρονικό μίξερ του συνθέτη: και πάλι, στόμφος και μεγαλοστομία, άλεσμα της παράδοσης ώστε να χρησιμοποιηθούν τα πιο εύπεπτα και ακίνδυνα γνωρίσματά της, συμμόρφωση της αρχαίας κληρονομιάς στις επιταγές του βίντεο κλιπ και της εντυπωσιοθηρικής τηλεοπτικής παραγωγής, η επίτευξη της οποίας προβλήθηκε σαν στόχος υψηλότερος και από την ίδια της πραγματοποίηση της συναυλίας - εξ ού και τα ιλαροτραγικά υπογένεια των χορωδών και οι χλαμύδες (άραγε το κιτς παύει να είναι κιτς όταν αρχαιολογεί;), εξ ού και οι φακοί που μοιράστηκαν στους θεατές, ώστε να καταφανεί η συγκίνηση, να λάμψει η μέθεξη, και να βεβαιώσουμε την άμουση οικουμένη ότι «εμείς ξέρουμε να οργανώνουμε ωραία συμβάντα και κυρίως να τα ζούμε».

Το γεγονός λοιπόν, κατά τη γνώμη μου, υπήρξε «μεγάλο», κρίσιμο, σοβαρό, επειδή επιβεβαίωσε πόσο παγιδευμένοι παραμένουμε από το φάντασμα της αρχαιότητας, που τη στρογγυλεύουμε και τη φέρνουμε στα μέτρα μας, ποντάρουμε πάνω της, αρπαζόμαστε από την αίγλη της για να δείξουμε ότι κρατάμε από καλή γενιά κι είμαστε μάλιστα πολλώ κάρρονες των αρχαίων. Αρκεί να φανεί πάνω στη γιγαντοοθόνη η κεφαλή του Ηνίοχου για να πιστέψουμε πως η όλη παράσταση ανέρχεται αστραπιαία στα ύψη του ιδεώδους κάλλους, παρότι την ίδια στιγμή, η ίδια γιγαντοοθόνη επικαλύπτει τα πραγματικά λείψανα που βρίσκονται δίπλα μας, μπροστά μας, και τα οποία ίσως δεν τα είχαμε επισκεφθεί ποτέ, δίχως κάμερες, και πιθανόν δεν θα τα ξαναεπισκεφθούμε. Αρκεί να μας διαβεβαιώσει ο ευφάνταστα φλύαρος υπουργός ότι με το αντικλείδι της «Μυθωδίας» ο αρχαιολογικός χώρος θ' ανοίξει πια στο μεγάλο κοινό, θα γίνει οικείος, για να πιστέψουμε ότι η πραγματικότητα θα υπακούσει αναντίρρητα σε ό,τι της υπαγορεύουν είτε οι υπουργικές εξαγγελίες (θαρρείς και δεν είναι ακριβώς του ίδιου τύπου με όλες τις υπόλοιπες υπουργικές εξαγγελίες) είτε η ακόρεστη μουσικοσυνθετική φιλοδοξία, η οποία την επόμενη φορά μπορεί να απαιτήσει να σύρει τον Επικούριο Απόλλωνα των πελοποννησιακών ορέων στο άρμα της οιήσεώς της - και φυσικά θα της προσφερθεί ο ναός δίχως καμία επιφύλαξη. Αρκεί λοιπόν να παρασταθεί στη σκηνή το Μέγα Δόγμα, το Μέγα Αλλοθι, ότι από τα χρόνια τα παλιά είμαστε ίδιοι κι είμαστε ανώτεροι, οι πρώτοι τής οικουμένης (μουσικά, θεατρικά, φιλοσοφικά, γλωσσικά, κ.τ.λ.), για ν' αφήσουμε (προσώρας ή μονίμως) στην άκρη τις ιδέες που είχαμε σχηματίσει ώς τότε, και τις οποίες πεισμόνως υπερασπίζαμε, και να δηλώσουμε βαθύτατα συγκινημένοι.

Ποτέ, όσο θυμάμαι, δεν διάβασα τόσες αιτήσεις συγγνώμης, τόσες εκμυστηρεύσεις μεταμέλειας (αισθητικής ή πολιτικής) όσες μετά τη «Μυθωδία», από δημοσιογράφους που επιστράτευσαν τη συγκίνησή τους σαν μοναδικό αντεπιχείρημα για να καταρρίψουν όσα είχαν οι ίδιοι δημοσιεύσει λίγες ημέρες πριν, επικρίνοντας τη λογική και την αισθητική των τύποις αρχαιόθεμων μουσικών εγχειρημάτων του Βαγγέλη Παπαθανασίου, καθώς και την ευκολία με την οποία τίθενται πάντοτε στην υπηρεσία του οι μηχανισμοί του κράτους, ιεδολογικοί και οικονομικοί. Kαλό κι άγιο πράμα η συγκίνηση, αλλά στ' αλήθεια αρκεί για να οικοδομήσουμε πάνω της και πάνω σε μερικές λυρικές διατυπώσεις ολόκληρο ιδεολογικό σχήμα και ν' αρχίσουμε, ας πούμε, να ελεεινολογούμε τους «μιζερολάγνους»; Το έδαφος είναι ιδιαίτερα ολισθηρό: Αν επικαλεστούμε τη συγκίνηση σαν μάρτυρα (και μάλιστα αποκλειστικό) της αισθητικής αρτιότητας ή, γιατί όχι, της πολιτικής ποιότητας, τότε ίσως αναγκαστούμε να δεχτούμε σαν απολύτως ισοδύναμο το «βιωματικό» επιχείρημα όσων συγκινούνται βαθύτατα από το ρεπερτόριο που δοξάζεται στα «τεμένη της νυχτερινής διασκέδασης» και να συμφωνήσουμε (παγιδευμένοι από το ίδιο μας το «λογικό σχήμα») ότι τα σουξέ που ακούγονται εκεί δεν είναι παντελώς άμουσα και άγλωσσα, όπως μέχρι τώρα πιστεύαμε, «διότι προκαλούν συγκίνηση» και χορευτική μέθη. Ακόμη κι αν δεν αρκεστούμε στη λέξη «συγκίνηση» και αναβαθμίσουμε τα αισθήματά μας φορώντας τους τον μεγαλοπρεπή μανδύα της «μεθέξεως», ποιος απαγορεύει σε κάποιον που σιτίζεται λ.χ. με «Ροζαλίντες» και «Πριβέ» (ή με τα ξέφτια μιας επιθεωρησεογραφίας που εξαντλείται στην πορνολογία και τον ηδονοβλεπτισμό ή με μπεστ σέλερ μαγειρεμένα με τη γνωστή συνταγή: μια δόση σεξ, δύο δόσεις ίντριγκα, τρεις χλιδή, συν δυο σταγόνες οιδιπόδειο κι ένας χαμένος αδερφός) να ισχυριστεί, προς αυτονομιμοποίηση, ότι «ένιωσε μέθεξη», ότι εκστασιάστηκε; Kαι εν πάση περιπτώσει, αρκεί η μέθεξη, πραγματική ή ρητορική, για να καταλήξουμε να επιβραβεύουμε σαν προστάτη των αρχαίων έναν υπουργό που μια δυο μέρες πριν - μια δυο μέρες μετά τον καταγγέλλουμε σαν αρχαιοφάγο, παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι η εξουσία του, όπως κάθε εξουσία που σέβεται τον εαυτό της, διακρίνεται από αυτοσυνέπεια και δεν πάσχει από διχασμό προσωπικότητας; Πόσο εύκολο είναι να δεχθούμε ότι ένας υπουργός Πολιτισμού που εξακολουθεί να υποστηρίζει την καταστροφική «αξιοποίηση» του Μαραθώνα, ντύνεται αλλιώς την εξουσία του όταν επιβάλλει την εκχώρηση του Ολυμπιείου, κι όχι επειδή ήταν άκρως απαραίτητο για το όλο σόου παρά ακριβώς επειδή θα προξενούνταν θόρυβος;

Ολοι μας δικαιούμαστε τη γνώμη μας, και τις εμμονές μας βεβαίως• δικαιούμαστε επίσης ν' αλλάζουμε τη γνώμη μας, εμπιστευόμενοι τις νέες εμπειρίες και γνώσεις μας. Αγκιστρωμένος λοιπόν στη δική μου εμμονή, ή στη γνώμη μου, αδυνατώ να κατανοήσω γιατί είναι οπωσδήποτε λαϊκιστής, υπερασπιστής της «μιζέριας» και ακαλλιέργητος όποιος εξακολουθεί να διατείνεται ότι το «μέγα επικοινωνιακό γεγονός» της «Μυθωδίας» δεν έκανε τίποτε άλλο από το να κολακέψει δημαγωγικότατα τις βαυκαλιστικές εθνικές φαντασιώσεις μας (η Ελλάδα στον Αρη... πενήντα κανάλια προβάλλουν την Ελλάδα, την κοιτίδα του πολιτισμού...), υποβαθμίζοντας το μνημείο στο ρόλο του σκηνικού και υποτάσσοντάς το απαξιωμένο στην καταβροχθιστική λογική ενός γιγαντοθεάματος που κατασκευάστηκε με στόχο την οικουμενική κατανάλωση, καταλύοντας κατά συνέπεια τη λογική και την αισθητική του μέτρου.

Δημοσίευση : 08-07-01

Oικονομικές ειδήσεις | Γενικές ειδήσεις
Γραφήματα
Χρήσιμα
Καιρός
Aφιερώματα

APXEIO - Eντυπη έκδοση

ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ
ΥΠΟΒΟΛΕΙΟ
Συμπόσιο για τις σχέσεις Ελλήνων και Βενετών
Ρωσική «ρουτίνα επιπέδου» στο Ηρώδειο
ΠΡΟΣΩΠΑ
Πόλη σε ρόλο πρωταγωνιστή
Πλέει η βαρκούλα;
Ο πολυσχιδής, σύνθετος ρόλος του σύγχρονου κράτους
Ο μαέστρος και η ντίβα στο «Τραγούδι της Γης»
Μωσαϊκό ήχων για κάθε γούστο
Μια επανάληψη κι ένα έθιμο
Η χρυσή ωριμότητα του Ρ. Ρέντφορντ
Η πρώτη φορά δεν είναι πάντα η καλύτερη
Η Ελλάδα του Φρεντ Μπουασονά
Η έκλειψη του Θεού μετά το Αουσβιτς
ΕΝΑ ΒΛΕΜΜΑ
ΔΙΑKΡΙΝΟΝΤΑΣ
Δέσμιος της καταραμένης παράδοσης
Αφιέρωμα στον δημιουργό του «Kυπριακού Ερωτόκριτου»
ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ
Αποτάσσεσαι τον Αλβανόν; Αποτάσσομαι!
ΑΝΤΙΣΤΙΞΕΙΣ
ΑΝΤΗΧΗΣΕΙΣ
Αγκαλιά με τα... σκουπίδια προς το 2004
Όροι χρήσης | Προστασία προσωπικών δεδομένων | Company profile | Eπικοινωνία | Site map | Προσφορές
© 2012 H KAΘHMEPINH All rights reserved.