|
Μουσικοί «γάμοι» στις πίστες...
Λαϊκοί τραγουδιστές φλερτάρουν με το έντεχνο, το διαφορετικό, το απρόοπτο στα σχήματα της νέας περιόδου
Της Γιωτας Συκκα
Π έρυσι ήταν το τραγούδι της Αλκηστης Πρωτοψάλτη που παιζόταν διαρκώς απ’ τα ραδιόφωνα. Μας είχαν πάρει τα αφτιά για το ντουέτο της με τον Αντώνη Ρέμο. Στην αρχή για τη συνεργασία – όπως και να ’ναι, επρόκειτο για δύο διαφορετικές πλευρές του τραγουδιού. Yστερα για το ίδιο το τραγούδι. Φέτος, το ίδια με τη Χαρούλα Αλεξίου. Βλέπετε, στον καινούργιο της πολυσυλλεκτικό δίσκο έχει και τραγούδια του Γιώργου Θεοφάνους. Ο Θεοφάνους γράφει τα σουξέ του Αντώνη Ρέμου και των One, τι γυρεύει με την Αλεξίου; Οταν όμως κυκλοφόρησε ο δίσκος, πολλοί κατάλαβαν ότι δεν χάθηκε δα κι ο κόσμος όλος: Μια χαρά είναι τα τραγούδια και έτσι σίγασε η… έντεχνη ανησυχία. Μάλιστα, ένα–δυο απ’ αυτά ήταν αυτό ακριβώς που ήθελαν τα ραδιόφωνα. Οσα δεν έπαιζαν Αλεξίου, ήταν ευκαιρία να τη συμπεριλάβουν στο ρεπερτόριό τους που είχε μόνο Θεοφάνους, και το αντίθετο: όσοι δεν έβαζαν ποτέ τραγούδια του Θεοφάνους, τώρα βρήκαν τον τρόπο. Και να μία ακόμη έκπληξη: Η «λαϊκή» Νατάσα Θεοδωρίδου τραγουδά την «έντεχνη» Ευανθία Ρεμπούτσικα! Eνα τραγούδι όλο κι όλο – αρκετό όμως για να συζητηθεί. Eνα λαϊκό, από το σάουντρακ της ταινίας «Πολίτικη κουζίνα», που παρουσιάζει την τραγουδίστρια διαφορετική. Χωρίς τον γλυκερό νταλκά της πίστας στη φωνή της, αλλά με λιτότητα ή συστολή όπως λένε κάποιοι. Oπως και να ’ναι, οι εντυπώσεις είναι συνήθως θετικές και για τους μεν και για τους δε. Η γέφυρα στην προκειμένη περίπτωση ήταν το ίδιο το τραγούδι. Τι συνέβη λοιπόν και γίναμε τόσο ανοιχτοί σε τόσο λίγο διάστημα; Συναντήσεις με παρελθόν Οι καλλιτέχνες ποτέ δεν έπαψαν να φλερτάρουν με το διαφορετικό, ακόμη και με το απρόοπτο. Oχι μόνο τα τελευταία χρόνια, που το κοινό όλα τα δέχεται, καλά και κακά, καλόγουστα και αντιαισθητικά, αυθόρμητα και κατασκευασμένα, αλλά και σε εποχές πολύ πιο δύσκολες όταν οι δύο όχθες συναντιόντουσαν σπανιότερα. Oταν πρωτοεμφανίστηκαν οι Μπιτλς, ο Φρανκ Σινάτρα παρομοίασε το ροκ εντ ρολ σαν κάτι βρωμερό που σύντομα θα εξαφανιστεί. Μετά λίγο καιρό, τραγούδησε κι αυτός τα τραγούδια τους... Αυτό, δηλαδή, που σήμερα είναι αυτονόητο, τότε δεν ήταν. Το «Yesterday» όταν το ακούμε από τον Σινάτρα μάς φαίνεται απολύτως φυσικό, όμως στην αρχή, οι φανατικοί οπαδοί του θρυλικού κρούνερ δεν το έβλεπαν έτσι. Η αλήθεια είναι ότι πολλές «απρόβλεπτες» συνεργασίες είναι σήμερα αποτέλεσμα της συνταγής του ξαφνιάσματος και γενικότερα του μάρκετινγκ της ανανέωσης με κάθε τρόπο, που χαράσσεται στα γραφεία των δισκογραφικών ύστερα από αλλεπάλληλα μίτινγκ. Αλλά αυτό ποτέ δεν ήταν κανόνας. Πολλές συνεργασίες ξεκίνησαν από διάθεση πειραματισμού. Ο Τζορτζ Γκέρσουιν πάντρεψε την κλασική μουσική με το μπλουζ και συνέθεσε την περίφημη όπερά του «Porgy and Bess». Ο Μίκης Θεοδωράκης πάντρεψε τη φόρμα του ορατορίου με το λαϊκό τραγούδι στο «Αξιον Εστί». Ο Μάνος Χατζιδάκις συνδύασε στη μουσική του ιδιοφυΐα το έντεχνο μουσικό ιδίωμα με το λαϊκό. τραγούδι. Κι αυτό υπήρξε η αρχή του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού. Η ίδια η ιστορία της τέχνης είναι η ιστορία των αναμίξεων. Από τη στιγμή που οι κοινωνίες ανοίγουν, οι άνθρωποι ταξιδεύουν πιο εύκολα και οι πληροφορίες πιο γρήγορα, αυτές οι αναμίξεις και οι συνεργασίες γίνονται περισσότερες και τολμηρότερες. Δεν είναι τυχαίο ότι, το ’60, τέσσερα παιδιά από το Λίβερπουλ έγιναν οι δημοφιλέστεροι μουσικοί στον κόσμο χρησιμοποιώντας στα τραγούδια τους άλλοτε ένα κλασικό κουαρτέτο εγχόρδων («Eleanor Rigby») και άλλοτε το ινδικό σιτάρ του Ραβί Σανκάρ. Ο κόσμος της πληροφορίας και επομένως της επιρροής σε όλους τους τομείς είχε πια ανοίξει. Tα είδη των εκπλήξεων Τρία είναι τα είδη των μουσικών εκπλήξεων: Η πρώτη είναι αποτέλεσμα της επιρροής από ένα τελείως διαφορετικό είδος. Η δεύτερη, της συνεργασίας με καλλιτέχνες διαφορετικού είδους. Και η τρίτη, της συνεργασίας με καλλιτέχνες διαφορετικής ποιότητας. Οι σκληροπυρηνικοί οπαδοί του Νικ Κέιβ ανατρίχιασαν πριν από λίγα χρόνια, όταν ο Αυστραλός τροβαδούρος του σκότους είπε ένα τραγούδι με την πεταλούδα της ελαφρότητας Κάιλι Μινόγκ. Μήπως, όμως, και το ίδιο το ελληνικό τραγούδι δεν ήταν πάντα ο θρίαμβος του απροόπτου; Ακόμη και ο ανυπότακτος ήχος της βαλκανικής μπάντας έχει την προϊστορία του στον αυστηρό ήχο των βορειοευρωπαϊκών στρατιωτικών μουσικών συνόλων. Στα λαϊκά του Μπαγιαντέρα υπήρχε έντονη η ιταλική επιρροή. «Χιώτη μάμπο!» αναφωνεί η Μαίρη Λίντα στο τέλος του «Περασμένες μου αγάπες». Ή, μήπως, δεν έχουν συνθέσει μποσανόβες ο Ζαμπέτας και βαλσάκια ο Τσιτσάνης; Κι από την άλλη, οι αριστοτέχνες του «ευρωπαϊκού» ελαφρού όπως ο Γούναρης, η Βέμπο και τόσοι άλλοι έχουν φλερτάρει κι αυτοί με το λαϊκό και το δημοτικό. Πολύς κόσμος από την «Ομορφη πόλη» του Μίκη Θεοδωράκη θυμάται δικαιολογημένα τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Αλλά ο συνθέτης από τότε είχε δείξει ότι δεν είχε πρόβλημα να δίνει τα τραγούδια του και στα Καλουτάκια. Ακόμη και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, όταν τραγούδησε τον «Επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου, ήταν «η μεγάλη ανατριχίλα» στη μονόχνωτη αριστερά. Εδώ ο ιδεολογικός πόλεμος έγινε διότι το λαϊκό ήταν ακόμη ταυτισμένο με το χασίς, που θα αποκοίμιζε τις λαϊκές τάξεις. Ο Μίκης Θεοδωράκης, όμως, δεν έπαψε να εκπλήσσει μέχρι σήμερα. Aλλοτε κάνοντας το ηλεκτρικό «Ραντάρ» κι άλλοτε δίνοντας τραγούδια, έστω σε πολλοστή εκτέλεση, να τα πουν οι πιο διαφορετικοί καλλιτέχνες, από την Αλέξια έως τον Τζίμη Πανούση, τον Πάριο ή τον Πασχάλη Τερζή. Από τους πρωτοπόρους των δημιουργικών προσμίξεων, ο Διονύσης Σαββόπουλος: Από τον «Μπάλο» που συνδυάζει τη θρακιώτικη παράδοση με τη φρι τζαζ και το ροκ του Ζάπα, μέχρι το «Ζεϊμπέκικο» που έβγαλε τη Σωτηρία Μπέλλου έξω από τα νερά της, κάνοντάς τη να πει βγαίνοντας από το στούντιο: «Αχ, βρε Διονύση, με έβαλες να τραγουδήσω ποπ!» Μήπως ο Μάνος Χατζιδάκις δεν θέλησε να τσιγκλίσει το κοινό του προσκαλώντας τον Γιάννη Φλωρινιώτη στο Γ΄ Πρόγραμμα – το πιο ριζοσπαστικό πείραμα που έγινε ποτέ από ελληνικά μίντια σχετικά με την κουλτούρα; Στους τροβαδούρους μετά το 1980 η σύνδεση των ετερόκλητων είναι το αίτημα, αφού, άλλωστε, αυτό υπήρξε και το βίωμα. Μόνο που αυτήν τη φορά οι επιρροές είναι διαφορετικές: Ο Νίκος Πορτοκάλογλου διεκδικεί να περιέχει τον Σαββόπουλο αλλά και τους «Τόκινγκ Χεντς». Από τους πιο απρόβλεπτους είναι και ο Σταμάτης Κραουνάκης, ο οποίος έχει δώσει τραγούδια του στην Κατερίνα Στανίση, τη Δήμητρα Παπίου μέχρι και στον Γιώργο Μαζωνάκη, ενώ ο Σταμάτης Σπανουδάκης έδωσε την άδειά του στην Αντζελα Δημητρίου να πει σε δεύτερη εκτέλεση το «Σήμερα». Εκπληξη ή σοκ; Είναι φανερό ότι περισσότερο απ’ όλες τις συνεργασίες εκπλήσσουν εκείνες μεταξύ καλλιτεχνών που μάθαμε να θεωρούμε «άλλου επιπέδου». Η συνεργασία φερ’ ειπείν «Τερμιτών» – Νταλάρα, Πορτοκάλογλου – Αλεξίου, Λάκη Παπαδόπουλου – Δημήτρη Μητροπάνου ήταν απλώς έκπληξη. Oμως η άδεια που έδωσε ο Μίκης Θεοδωράκης στην Αλέξια ήταν σοκ. Συχνά, τροβαδούροι και συνθέτες, επειδή πάνω απ’ όλα είναι μουσικοί, αναγνωρίζουν στον καλλιτέχνη της άλλης πλευράς την ενδιαφέρουσα φωνή. Επιλέγουν συνεπώς με καθαρά μουσικό κριτήριο, κρίνουν τη φωνή αν «πατάει» σωστά, αν έχει ηχόχρωμα. Σε αυτή την περίπτωση ανήκει η επιλογή του Ν. Πορτοκάλογλου να δώσει το «Κλείνω κι έρχομαι» στον Δημήτρη Μητροπάνο, μία από τις καλύτερες ανδρικές λαϊκές φωνές. Συχνότερα όμως, η επιλογή του τροβαδούρου έχει και μια δεύτερη σημασία, που είναι κοινωνική και ιδεολογική. Oταν δηλαδή ο Φοίβος Δεληβοριάς διάλεξε την Καίτη Γαρμπή, δεν το έκανε απλώς γιατί ταίριαζε στο τραγούδι του, αλλά και στην άποψή του «Ας ξανοιχτούμε στο παιχνίδι, δεν είμαστε εμείς μόνο οι καλοί και οι άλλοι οι κακοί». Πρακτική πλευρά Βέβαια, όλα αυτά έχουν και την πρακτική τους πλευρά. Να ξανοιχτεί ο καθένας σε ένα διαφορετικό ακροατήριο από το δικό του. Oταν έγινε η συνεργασία Ρέμου – Πρωτοψάλτη ήταν μια εποχή που η μεν ερμηνεύτρια αναζητούσε σουξέ και ο Ρέμος έναν τρόπο να περάσει στην άλλη πλευρά του τραγουδιού. Η συνύπαρξή τους στη σκηνή ωφέλησε και τους δυο. Η αλήθεια είναι πως ζούμε σε μιαν εποχή που ευνοεί ιδεολογικά και κοινωνικά το πάντρεμα των ετερόκλητων. Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, το επιζητά με όρεξη τηλεοπτική. Οι ιδεολογικές διαφορές δεν είναι τόσο πολωμένες όσο παλιά, το κοινό δεν έχει ιδιαίτερη σκοτούρα για την αμφισβήτηση και για ανησυχία ούτε λόγος. Ούτε ο αμφισβητίας ανταμείβεται όπως παλιά. Αν επιμείνει τον θεωρούν γραφικό, με εμμονές. Παρωχημένο. Oλα αυτά λοιπόν δημιουργούν μια χαλαρότητα που διευκολύνει τις συναντήσεις. Είτε αυτές είναι επιφανειακές, οργανωμένες για το αδιέξοδο των χαμηλών πωλήσεων, είτε έχουν την ανησυχία του πειραματισμού. Oμως, ακόμη κι έτσι τα πράγματα έχουν δύο πλευρές. Από τη μια, η δημιουργία και το πείραμα δεν έχουν περιορισμό. Σήμερα συναντά κανείς το διαφορετικό ευκολότερα απ’ ό,τι παλιά, γιατί τα στεγανά της πληροφόρησης, των συνόρων και των αποστάσεων μειώθηκαν. Χαμήλωσαν τα όρια. Είναι ωστόσο μοιραίο, όλη αυτή η ελευθερία να φέρει και την αμετροέπεια. Είναι ωραίο να ακούς τον Ελβις Κοστέλο, έναν από τους πιο σημαντικούς τροβαδούρους του ροκ, με μια μέτζο σοπράνο σαν την Αν–Σοφί φον Oτερ. Από την άλλη, η συνεργασία των τριών τενόρων Παβαρότι, Ντομίνγκο, Καρέρας έφτασε σε υπερβολές. Στην Ελλάδα, η Σερτάμπ παιζόταν ως έθνικ άποψη, αλλά καμία διαφορά δεν έχει από την εγχώρια Βανδή. Σε αυτή την περίπτωση η λαϊκοπόπ ελαφρότητα είναι διεθνής…
|