|
Διακρινοντας
Αψογη συνέχεια
Tης Eλισαβετ Kοτζια
Στις μέρες μας όπου τα μυθιστορήματα φυτρώνουν σαν τα λούλουδα του αγρού μπορούμε να θεωρήσουμε ότι πολλοί άνθρωποι είναι δυνάμει σε θέση να δημοσιεύσουν ένα καλό έργο. Το να δημιουργήσεις όμως αμέσως μετά και ένα δεύτερο αξιόλογο πεζογράφημα σημαίνει ότι διαθέτεις αυθεντική μυθοπλαστική φλέβα – ακόμα και αν εμφανίστηκες στα γράμματα εντελώς αναπάντεχα, σε ώριμη ηλικία. Μιλώ για το μυθιστόρημα «Τα χερουβείμ της μοκέτας» (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σελ. 287) το οποίο επιβεβαιώνει ότι η Ελένη Γιαννακάκη (γ.1955) θα πρέπει τελικά να υπολογίζεται ανάμεσα στις ρωμαλέες δυνάμεις της ελληνικής μυθιστοριογραφίας. Διότι οι θεματικές της αναφέρονται σε κρίσιμα, σύγχρονα νεοελληνικά ζητήματα ενώ ταυτόχρονα τα κείμενά της αποκαλύπτουν ότι, από την άποψη της τεχνικής, η συγγραφέας διαθέτει ώριμη γνώση. Και αν το εντυπωσιακό προηγούμενο πρώτο έργο «Περί ορέξεως και άλλων δεινών» (2001) παρουσίαζε στο τέλος κάποια δομική αμηχανία, το σημερινό μυθιστόρημα αποτελεί μια άψογη περίτεχνη σύνθεση σε πλήρη μορφική ισορροπία. Η ιστορία παρακολουθεί δεκαεφτά ώρες από την ημέρα μιας συνηθισμένης νοικοκυράς που, έχοντας εγκαταλείψει τις υψηλές προσδοκίες ενός λαμπρού επαγγέλματος, καθ’ ολοκληρίαν αφιερώνεται στον άντρα της και στα παιδιά με τη φιλοδοξία να τους εξασφαλίσει μια όμορφη, άνετη και ασφαλή ζωή. Θέτοντας ως πρώτο στόχο, τη δημιουργία ενός φιλόξενου καθαρού σπιτιού, η Μαρία εξαπολύει έναν ανελέητο πόλεμο κατά των μικροβίων, των παράσιτων, των τοξικών ουσιών, των μικροοργανισμών, της ορατής βρωμιάς και των αόρατων ρύπων, με κάθε είδους αντιπαρασιτικά σαπούνια, ειδικά διαλύματα, βερνίκια, ηλεκτροστατικά πανιά, γάντια, μάσκες, σφουγγάρια. Η εξαιρετικά πλούσια σύγχρονη περιβαλλοντολογική και υγειονολογική φιλολογία κατέχει στο κείμενο πλούσια μερίδα. Ακολουθώντας τη δύσκολη τεχνική της ψηφιδωτής κειμενικής σύνθεσης και των σταδιακών αποκαλύψεων στην εξέλιξη της πλοκής, η συγγραφέας αποδεικνύει ωστόσο ότι το διακύβευμα των προσπαθειών της μονομανούς ηρωίδας είναι πολύ σοβαρότερο: διότι εκείνο που στην πραγματικότητα η Μαρία προσπαθεί μέσω των εμμονών της είναι να εξαγνίσει έναν βαθύτερο εσωτερικό ρύπο. Αν και εγκατέλειψε τη σταδιοδρομία της αρχιτέκτονος, επί χρόνια προσπαθεί να χτίσει το οικογενειακό σύμπαν με εντελώς δικούς της κανόνες, χειραγωγώντας και ελέγχοντας ώς την παραμικρή τους λεπτομέρεια τις ζωές όλων των υπολοίπων. Ο κόσμος της είναι έτσι γεμάτος ένοχα μυστικά, ιδιοτελείς σκέψεις, μικρόψυχους υπολογισμούς, δόλια στρατηγήματα, σκληρή διπλωματία, μηχανορραφίες, διαβολές, τεχνάσματα, μυστικά που, μη τολμώντας να τα αποκαλύψει πουθενά, της τρώνε τα σωθικά ακινητοποιώντας την τελικά μέσα στις παγίδες που η ίδια στήνει για τους άλλους. Θεωρώντας πως όλα διευθετούνται εγκεφαλικά και συγχέοντας την πραγματικότητα με τη φαντασία, η ηρωίδα κατασκευάζει έναν κόσμο γεμάτο αόρατες απειλές μη ξεχωρίζοντας ποιοι φόβοι της είναι βάσιμοι και ποιοι όχι. Απολύτως καχύποπτη απέναντι στους πάντες αναμασάει διαρκώς ασαφείς ενδείξεις μέχρι, που σε κατάσταση απόλυτης τύφλωσης, αδυνατεί να διακρίνει ανάμεσα σε αθώα μικρά ψέματα και σε ολέθρια εξοντωτικά λάθη. Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο ατομικό. Οπως και στο προηγούμενο μυθιστόρημα, ολόκληρος ο κόσμος της Ελένης Γιαννακάκη αποκαλύπτεται εν τέλει τυφλός και μαζί αποκρουστικός, εφόσον τα περισσότερα πρόσωπα ευθύνονται για σοβαρές παραλείψεις ή ενέργειες, για μεγαλύτερους και μικρότερους φόνους. Η αφήγηση συνιστά άθλο. Δοσμένη ολόκληρη στο τρίτο πρόσωπο και ακολουθώντας απαρέγκλιτα την οπτική της ηρωίδας, μοιάζει με έναν εσωτερικό μονόλογο εξαιρετικά ζωντανό, καθώς δραματοποιεί επιτυχώς τον δύσκολο διάλογο της Μαρίας με τον εαυτό της, τον τραγικό διχασμό ανάμεσα στις σπαρακτικές αμφιβολίες και τα βίαια διλήμματά της. Η χρήση μοτίβων παίζει επίσης ρόλο: το στοιχείο της καθαριότητας που ήδη επισημάναμε, και ακόμα –όπως και στο προηγούμενο μυθιστόρημα– το στοιχείο της φυσιολογίας. Η ηρωίδα δεν ομφαλοσκοπεί μόνο διανοητικά. Αυτοπαγιδευμένη σε μια τουαλέτα-κρησφύγετο μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται το μεγαλύτερο τμήμα της ιστορίας, παρακολουθεί εξίσου καταναγκαστικά το σώμα της: τρίχες, νεκρά κύτταρα, δερματικές κοκκινίλες, κολικός στο έντερο, στομαχικός κόμπος συνθέτουν ένα κορμί που έχει, όπως και το μυαλό, μετατραπεί σε πεδίο ανελέητης μάχης. Οι εκκρίσεις –τα ούρα, η βλέννα και τα κόπρανα–- μετατρέπονται στα «Χερουβείμ της μοκέτας» σε λειτουργικό συστατικό του ανθρώπινου σώματος και ταυτόχρονα σε ένα ισοδύναμο του πόνου και της αηδίας που μας προκαλεί ο εαυτός μας. Τα συστατικά αυτά, πολύ συχνά η λογοτεχνία τα έχει χρησιμοποιήσει με στόχο να προκαλέσει το αναγνωστικό κοινό, υποδηλώνοντας ανυποχώρητη χειραφέτηση και απαράμιλλη τόλμη. Στην Ελένη Γιαννακάκη οφείλουμε το ότι τα επαναφέρει στο εσωτερικό τού σώματος ξανακάνοντάς τα παράλληλα αναπόσπαστο στοιχείο της ανθρώπινης συνθήκης.
|