|
Βομβαρδισμένη «Λυσιστράτη» από το ΚΘΒΕ στην Επίδαυρο
Του Βασιλη Αγγελικοπουλου
Θα έπρεπε ο θεατής να έχει διαβάσει δηλώσεις του σκηνοθέτη Γιάννη Ιορδανίδη ότι η «Λυσιστράτη» που ανέβασε για το ΚΘΒΕ, και η οποία μετείχε την περασμένη βδομάδα στα Επιδαύρια, διαδραματίζεται σε παλιό, βομβαρδισμένο θέατρο από ένα θίασο που παίζει το έργο φορώντας σχεδόν ό,τι βρει μπροστά του - ρούχα ιδίως που θυμίζουν Ακροπόλ και επιθεώρηση της δεκαετίας του ’50 ή καμπαρέ. Θα έπρεπε, διότι από την παράσταση δεν καταλαβαίνεις γρυ γιατί είναι έτσι ντυμένοι οι ηθοποιοί και γιατί υπάρχει σαν σκηνικό αυτός ο γιούκος ξύλα στο βάθος που παριστάνει τη σκηνή - μια σκάλα σαν εκείνες του Ακροπόλ όλη κι όλη η χρησιμότητά του. Και κοστούμια του μπαούλου υποτίθεται (βομβαρδισμένου δε), αλλά του κουτιού και απαστράπτοντα κατά τα άλλα (Γιάννης Μετζικώφ είναι αυτός - ήταν όντως;). Το χειρότερο είναι ότι θα έπρεπε να γνωρίζει κανείς καλά τον Αριστοφάνη και τη συγκεκριμένη κωμωδία του, ώστε να μπορεί να μαντεύει όχι μόνο τη (χαμένη) ποίηση του έργου, αλλά συχνά ακόμα κι αυτές τις αστείες καταστάσεις που δημιουργεί σε πολλές σκηνές ο αρχαίος κωμικός. Παράδειγμα η πασίγνωστη σκηνή Κινησία - Μυρίνης: παρ’ όλο που η παράσταση διαθέτει στους ρόλους αυτούς τους πολύ καλούς ηθοποιούς Αντώνη Λουδάρο και Δάφνη Λαμπρόγιαννη, η σκηνή επικεντρώνεται και εξαντλείται σ’ ένα «παιχνίδι» με το τεράστιο πέος του Κινησία (το μεγαλύτερο από καταβολής αριστοφανικών παραστάσεων, πέος-βόας, όπως εύστοχα χαρακτηρίστηκε) συρρικνώνοντας ώς την εξαφάνιση το περίτεχνο, και κωμικότατο, αργό βασανιστήριο στο οποίο υποβάλει η Μυρίνη τον Κινησία, προκειμένου να «του κάτσει». Αλλο παράδειγμα, ο ρόλος του Πρόβουλου της πόλης των Αθηνών (Δημήτρης Πιατάς). Ο καλός ηθοποιός αφέθηκε (ή το ζήτησε η σκηνοθεσία;) να γελοιοποιήσει εξαρχής τον ρόλο, μιλώντας πότε ως χιτλερίσκος, πότε ως «αδελφή», πότε ως μπούφος ή καραγκιόζης και κάνοντας, αντίστοιχα, τα μύρια όσα προκειμένου «να βγάλει γέλιο» (ως και «καν καν» χορεύει κάποια στιγμή με τις γυναίκες του, εχθρικού υποτίθεται, Χορού), πράγμα που βεβαίως ακυρώνει τη γελοιοποίηση αυτού του σκαιού, ιταμού και φαλλοκράτη αξιωματούχου λίγο πιο κάτω από τη Λυσιστράτη και το γυναικείο Χορό. Αυτό το «νούμερο» εξευτελίζουν οι επαναστατημένες γυναίκες; Οχι ότι τολμούν και βάζουν χέρι σ’ ένα επικίνδυνο και αλαζονικό παγόνι της εξουσίας; Αλλο, ο περίφημος μονόλογος της Λυσιστράτης όπου η επίλυση της πολεμικής εμπλοκής από τις γυναίκες παρομοιάζεται με την τεχνική που ακολουθούν για το ξάσιμο και το γνέσιμο του μαλλιού. Τι να σταθεί απ’ όλη αυτή τη γλυκιά ποίηση όταν η Λυσιστράτη είναι ντυμένη σαν… καπετάν Λένα Παμέλα (Θεός σχωρέστην - και αυτή εμάς), ενώ ο γυναικείος εσμός ολόγυρα μοιάζει σαν ξεσαλωμένες κοκότες μάλλον παρά σαν γυναίκες που τις πονάει ο πόλεμος. Και πολλά άλλα τέτοια - η τελική σκηνή του συμβιβασμού και της μοιρασιάς των διεκδικούμενων περιοχών λ.χ. Εξαερώθηκε κι αυτή με διάφορα τερτίπια. Λέμε το «στόρι» σε χοντρές γραμμές, αφυδατώνουμε έργο και κείμενο της μετάφρασης, μπουκώνουμε με χοντράδες τις διάφορες σκηνές, μετατρέπουμε σε ρεβύ τα χορικά και την αντιπαράθεση των δύο Χορών (ανδρικού και γυναικείου –μοναδική περίπτωση στην αρχαία κωμωδία), προσλαμβάνουμε μια ομάδα άξιων συνεργατών και καλών ηθοποιών (που είναι γνωστοί κι απ’ την τηλεόραση ώστε να προσελκύσουν κόσμο), τους ευνουχίζουμε όμως, προσανατολίζοντάς τους σε μπαλαφαρίες - κι αυτό λέγεται διδασκαλία αρχαίου Ελληνα κωμικού ποιητή, βαυκαλίζεται να πιστεύει η διεύθυνση του ΚΘΒΕ.
|