| Eκτύπωση |
|
|
|||||||
|
|
|
| Νεράντζι με ξυραφάκι
Σφαίρα από καουτσούκ το σώμα της, σε στέλνει αδιάβαστο χωρίς ν' ανοίξει μύτη. Δεν κάνω λάθος, αυτή είναι. Μεταμορφωμένη όμως, αγνώριστη. Πού πήγαν τα σκισμένα τζιν και τ' αμάνικα; Α μάλιστα, ήρθε με την οικογένεια. Λέω κι εγώ τι έπαθε στα ξαφνικά το φρικιό… «Αλήτες είναι τα ΜΑΤ κι οι ασφαλίτες», «Τρεις κι εξήντα παίρνετε και τον κόσμο δέρνετε»… Την έχω ακόμη τη φωνή της μέσα στ' αυτιά μου. Ξεχώριζε από τις άλλες. Ενα τόνο ψηλότερα απ' όλο το μπλοκ. Στον Επιτάφιο, βέβαια, φούστα, μπλούζα, τα μαλλιά πιασμένα με το λαστιχάκι. Η θεοφοβούμενη άθεη. Δεν μας παρατάς, ρε. Ποιον πας να ξεγελάσεις; Ενα μήνα στους δρόμους πάντα μπροστά μου σ' έβρισκα… Ενα μήνα… Μας γάνιασαν τα κωλόπαιδα στον ποδαρόδρομο. Πρήστηκαν τα πόδια μου, τα δάχτυλα λουκάνικα Φρανκφούρτης. Τι είχες, Γιάννη, τι είχα πάντα. «Δεν θα περάσει, δεν θα περάσει…». Και που πέρασε, μήπως ησυχάσαμε; Τι θέλουν πάλι τα μαλακισμένα; Να 'ρχεται το πτυχίο με το κούριερ σπίτι τους;… Μωρέ, αν δεν ήταν ο πατέρας μου σίδερο -είκοσι χρόνια στο χυτήριο της Χαλυβουργικής- αν δεν ήταν εκείνη η αποβολή στην τελευταία τάξη, αν δεν έχανα τόσο νωρίς τη μάνα μου, θα σας έδειχνα εγώ τι εστί βερίκοκο. Οχι, δεν φταίει άλλος, ο πατέρας μου φταίει. «Να πηγαίνεις πάντα με τα νερά τους», μου έλεγε. Και πού μ' έβγαλαν τα νερά τους; Στον πάτο. Αν ζούσε η συχωρεμένη η μάνα μου ούτε που θα το συζητούσε. «Μπάτσος, το παιδί μας μπάτσος; Τρελάθηκες;». «Τρεις κι εξήντα παίρνετε και τον κόσμο δέρνετε». Να τη πάλι στην ουρά για να προσκυνήσει τάχα μου. Στα μελιτζανιά η χαμηλοβλεπούσα. Στους δρόμους όμως όλη η κοιλιά έξω, το τζιν χαμηλό, ίσα να φαίνεται το χνούδι, ο αφαλός με κρικάκι, η γλώσσα δίχως χαλινάρι: «Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι». Εγώ δολοφόνος, που μου ήρθε το καδρόνι στο δόξα πατρί και με είχαν τρεις ώρες τέζα στην κλούβα; Αν δεν ήταν ο Γόμαρος κι ο Ζαγοράκης, όχι ο τεστοστερόνη στο μάξιμουμ, αλλά ο δικός μας, αν δεν φύτρωναν δίπλα μου τώρα θα μ' έκλαιγαν οι ρέγκες… Επιτάφιος σου λέει και πράσινα άλογα, άντε ξανά στημένοι στη Μητροπόλεως, φραγμός 1, φραγμός 2. «Ασπίδες αναλάβατε». Για την υπουργό Παιδείας. Θα μου πεις, ποιος θα πάει στον Επιτάφιο της Μητρόπολης να την κράξει; Δεν ξέρεις τι γίνεται καμιά φορά, ο διάολος έχει πολλά ποδάρια. Ετσι την πάθαμε και στο Σύνταγμα. Ποιος θα την πέσει στους τσολιάδες; Και τους έκαναν τσακώνικα πυροτεχνήματα. Αλλού η φούστα, αλλού η φούντα… Οχι, ρε κωλόπαιδα, και τον Αγνωστο, από τα κόκαλα βγαλμένη είπαμε… Τι με κοιτάς μ' αυτές τις ματάρες; Σε είδα, άντε προσκύνα και δίνε του. Σε περιμένει πιο κάτω η παρέα σου, θα παίξετε, θα ξεσκάσετε, βρε αδερφέ, ενώ εγώ θα κάνω πάλι βάρδια στη Μητροπόλεως συντροφιά με τον Γόμαρο. Πρώην Πασοκτζής, τώρα πια μόνο Μπαοκτζής. Τον έβαλε στο Σώμα ο Σάκης να κρατάει τα μπόσικα. Εγώ δεν είμαι με κανέναν. Δεν έχω σε κανέναν υποχρέωση. Ούτε οι Μανιάτες με διόρισαν, ούτε οι Πόντιοι. «Τρεις κι εξήντα παίρνετε και τον κόσμο δέρνετε». Μωρέ δίκιο έχουνε, τρεις κι εξήντα μικτά, όχι καθαρά. Τόσα έπαιρνε κι ο πατέρας μου πριν τον απολύσουν. «Μπες στο δημόσιο να 'χεις ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σου, μπες στο Σώμα, να πέφτει βρέξει - χιονίσει ο μισθός.» Μου έφαγε τ' αυτιά. Τι μου λες, ρε γέρο, βρέξει - χιονίσει στους δρόμους, μου έφυγε η μαγκιά. Να σε είχα δίπλα μου τις προάλλες στα Προπύλαια να έβλεπες τον κανακάρη σου. Περνάει το πρώτο μπλοκ βροχή τα μπουκάλια, περνάει το δεύτερο φύγανε τόνοι νεραντζάκια κατά πάνω μας. Σαν μπαλάκια του τένις αναπηδούσαν πάνω στις ασπίδες και ξαναγύριζαν στο αντίπαλο τερέν. Καλά που δεν είχαν πάνω ξυραφάκι, όπως τότε στη Ριζούπολη, που κατέβασαν τη φάτσα του διπλανού μου οι γαύροι και τον τρέχαμε στο 401. Στο τρίτο μπλοκ ήταν οι πιο τσαμπουκάδες, μας πλησίασαν σ' απόσταση βολής. «Ψεκάστε τους, ρε» φωνάζει ο διμοιρίτης, πάω να βάλω τη μάσκα, μου δίνει μια ένας στο μπράτσο, πάει η μάσκα, πάει το γκλοπ, μου ήρθε όλο το χημικό στη μούρη… Κι ύστερα σου λένε «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη». Εμείς είμαστε οι εργάτες, ρε κοπρόσκυλα… Ποιος είναι δηλαδή, η Μαιρούλα με τη μεζονέτα και το άουντι του μπαμπά; Ναι, για την ίδια Μαιρούλα σου λέω. Κορμί λάστιχο, πόδια μακριά, ατέλειωτα, να σε σφίγγουν γύρω από τη μέση και να σου πέφτουν τα νεφρά. Αίφνης προβάλλει μέσα απ' το πλήθος, σκαρφαλώνει σε ξένα λαγόνια, ώμους, κεφάλια, την ξεχωρίζω από μακριά, τα δάχτυλά της αγγίζουν τον ουρανό. Νομίζω πως με χαιρετά. Σηκώνεται τ' αμάνικο ώς το στήθος. Να κι ο αφαλός, το μάτι του Κύκλωπα. Κάτι εκσφενδονίζει προς το μέρος μου μα δεν φυλάγομαι, στέκω σαν υπνωτισμένος. Οι κοιλιακοί της πιο δεμένοι κι απ' τους δικούς μου… Βέβαια, αυτή πάει στα γυμναστήρια, στις πισίνες, στο μπαλέτο, εγώ τελευταία φορά που μπήκα σε γήπεδο ήταν παρέα με την Πυροσβεστική. Ο Γόμαρος έχει δυο εγκαύματα από την Τούμπα. «Ρε μαλακισμένα, Μπαοκτζής είμαι κι εγώ, σταματήστε». Τίποτα αυτά. Παραλίγο να τον κάνουν φλαμπέ… Αϊ στο διάολο, μέρα που 'ναι. Τρεις κι εξήντα… Μισθός πραιτωριανών. Εμείς δηλαδή το δίκιο μας πού θα το βρούμε; Να σου πω, κι εγώ στη θέση τους λίμπα θα τα έκανα, μπας και με ακούσει κανένας. Θα πέταγα τη μολότοφ κι όποιον πάρει ο χάρος. «Κοίτα γύρω σου τι γίνεται» μου έλεγε ο πατέρας μου. Πού να κοιτάξω, πέρα από τη Ριζούπολη ή πέρα απ' το ΟΑΚΑ; Ενα βράδυ μετά το ντέρμπι των «Αιωνίων» πήγαμε με την κλούβα να προστατέψουμε το σπίτι του «μεγαλομέτοχου» από τους φιλάθλους του. Στρίψαμε σε κάτι στενά, Ψυχικό, Φιλοθέη, θα σε γελάσω, μου σακάτεψαν τη μέση τα σαμαράκια τους, γκάπα γκούπα, μόλις φτάσαμε στη βίλα του μας έδιωξαν. Κοιτάω έξω, όλο παλάτια. Πού βρίσκομαι Θέ μου, στο Ισπαχάν; Αν ζηλεύω; Τι να ζηλέψω; Ζηλεύεις αυτό που ελπίζεις πως κάποτε μπορείς να φτάσεις. Κι αυτά γύρω μου ούτε με το τζόκερ… Πες καλύτερα πως τα μισώ. Μισώντας τα κάνω δικά μου. Κι αυτή τη μισώ. Με τρυφερότητα όμως. Δεύτερο μπλοκ, τρίτη αλυσίδα πάντα. Μια αρμαθιά κορίτσαροι. Τις καλύτερες τις έχει ο Συνασπισμός. Μουλάτες. Η Βραζιλία στο οδόστρωμα. Τις στριμώξαμε τις προάλλες κάτω απ' το Υπουργείο. Σπάνε τα μαλακισμένα τον πρώτο φραγμό και τρέχουν προς τα εμάς. «Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι». Πάνε τ' αγριοκάτσικα να σκαρφαλώσουν τα σκαλιά και πέφτει πάνω τους ο Γόμαρος. Τις λιάνισε. Πού σε πονεί και πού σε σφάζει. Γυρίζω να τον μαζέψω και τι να δω; Τη Μαιρούλα χάμω να τη σέρνουν τέσσερις, ο ένας απ' τα μαλλιά. Το μουτράκι της σβησμένο, τα πόδια της χωρίς παπούτσια, η κοιλιά της ένα με την άσφαλτο. Την αρπάζω σαν τρελός από το μπράτσο και τη σηκώνω. «Φύγε από εδώ, χάσου» και την καλύπτω με την ασπίδα μου ώσπου να στρίψει τη Νίκης. Πάει κάτι να μου πει, γυρίζει, το μετανιώνει, «φύγε, ρε συ». Με καρφώνει με το βλέμμα της και γίνομαι χώμα. Για πάντα… Φίλε, πιάσ' το αλλιώς το κουβούκλιο. Αλλιώς, ρε! Πώς θα περάσει ο κοσμάκης από κάτω να προσκυνήσει; Τίποτα δεν νιώθουν αυτοί οι πρόσκοποι. Τον Θεό κουβαλάς, όχι το γκομενάκι. Σήκωσέ το όμορφα… Ωχ, έρχεται καταπάνω μου! Σφαίρα από καουτσούκ. - Γειά σου Γιάννη, χρόνια πολλά. - Χρόνια πολλά. - Είπα να σ' ευχαριστήσω για… ξέρεις τότε, κάτω απ' το Υπουργείο… - Ξεκόλλα, μικρή, δεν τρέχει τίποτα. Μόνο να προσέχεις. Ετσι; Την άλλη φορά δεν θα είμαι εκεί για να σε σώσω. - Κι εσύ να προσέχεις. Δεν είναι όλα τα νεραντζάκια ίδια. Το διήγημα γράφτηκε από τον Νίκο Δαββέτα και εικονογραφήθηκε από την Καλλιόπη Ασαργιωτάκη για την πασχαλινή έκδοση της «Κ». |
|||||||
| |||||||||